Nεκροψίες των θυμάτων του κοροναϊού βοηθούν τους γιατρούς να αντιληφθούν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο η ασθένεια πλήττει τον οργανισμό μας. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα αφορά τις θρομβώσεις, όπως δηλώνει παθολόγος στο CNN.

Η Δρ. Έιμι Ράπκιβιτς, επικεφαλής του τμήματος παθολογίας του Langone Medical Center του NYU, εξηγεί ότι ενώ ήταν ήδη γνωστό ότι ορισμένοι ασθενείς κοροναϊού αναπτύσσουν θρόμβους, ο βαθμός και η συχνότητα με την οποία συμβαίνει αυτό είναι «δραματικά».

Στα πρώτα στάδια της πανδημίας, οι γιατροί που περιέθαλπαν τους ασθενείς παρατήρησαν πολλές θρομβώσεις στις φλέβες και τις μεγάλες αρτηρίες, όπως λέει.

«Αυτό που είδαμε στις νεκροψίες πήγε την εικόνα μας ένα βήμα πιο πέρα. Οι θρομβώσεις δεν συνέβαιναν μόνο στα μεγαλύτερα, αλλά και στα μικρότερα αγγεία».

«Και αυτό ήταν πολύ δραματικό γιατί, αν και μπορεί να περιμέναμε να βρούμε κάτι τέτοιο στους πνεύμονες, τα εντοπίσαμε σε κάθε όργανο που εξετάσαμε μέσω της νεκροψίας»μ συνεχίζει. Η έρευνά της που περιγράφει αυτά τα ευρήματα δημοσιεύθηκε στο Lancet στα τέλη Ιουνίου.

Ασυνήθιστα ευρήματα

Οι νεκροψίες έδειξαν επίσης κάτι ασυνήθιστο για τα μεγακαρυοκύτταρα ή τα κύτταρα του μυελού των οστών, τα οποία συνήθως δεν απαντώνται εκτός των οστών και των πνευμόνων.

«Τα εντοπίσαμε στην καρδιά και στα νεφρά και στο ήπαρ και σε άλλα όργανα», τονίζει. «Αξιοσημείωτο είναι ότι στην καρδιά τα μεγακαρυοκύτταρα παράγουν αιμοπετάλια, τα οποία με τη σειρά τους εμπλέκονται στη δημιουργία θρόμβων». Οι ερευνητές ελπίζουν να ανακαλύψουν πώς επηρεάζουν αυτά τα κύτταρα τις θρομβώσεις μικρών αιμοφόρων αγγείων που προκαλεί ο κοροναϊός, εξηγεί.

Οι παθολόγοι ξαφνιάστηκαν και από κάτι που δεν εντόπισαν.

Στα πρώτα στάδια της πανδημίας, οι γιατροί πίστευαν ότι ο κοροναϊός προκαλεί φλεγμονή στην καρδιά και μυοκαρδίτιδα.

Όμως οι νεκροψίες έχουν εντοπίσει ελάχιστα περιστατικά μυοκαρδίτιδας, τονίζει η Ράπκιβιτς.

Αναφέρει ότι οι παθολόγοι είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν τα όργανα πολλών θυμάτων κοροναϊού και να διερευνήσουν την πορεία της ασθένειας. Όπως σημειώνει, στην περίπτωση του Η1Ν1 και της επιδημίας του SARS, οι επιστήμονες δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα.

Πηγή: tanea.gr