Τὸ παρὸν

νυσταγμένο μισόφωτο

πῆγε σὲ ἄλλο λουλούδι 

 

μὲ βολιασμένο χῶμα  

μὲ μιὰ ζηλευτὴ ἐπιμέλεια

μὲ ἕναν ξηρὸ ψίθυρο κυλᾶ

μὲ παρασέρνει

γλίστρισε ἀπ’ τὸν ὦμο μου θρυμματίστηκε

 

φθαρτὴ ὕλη

ζῶσα κι ἐγὼ

συνηθίζω στὸ σκοτάδι του

 

πῶς νὰ σηκώσω τόσο βάρος ζωῆς

τόση ἐγκατάλειψη

 

Χάσκει τὸ τίποτα ἕως τὸ τέλος

πισωδρομῶ μὲ τὶς περιπλοκάδες

 μὲ τὸ ἁγιόκλημα 

μὲ  τὰ θαμπὰ σχήματα τῆς ταπετσαρίας

 

ἕνας λυγμηρὸς ἀναστεναγμὸς ξεφεύγει ἀπ’ τὰ χείλη

 

 σιωπηλὰ  μιὰ ἀκόμη ἧττα μου

 γεύομαι

 

 σὲ τόσες αἰχμαλωτίσεις

κούφιες συναναστροφὲς

τριαντάφυλλα μάταια σκορπῶ

 

τί νὰ τὰ κάνω

ἀθόρυβα μέσα μου βλασταίνουν

 

ἴσκιος ἐγὼ

στὴ ξενητιά μου μένω

μέσα ἀπ’ τὴν εὐφωνία παλιῶν φωτογραφιῶν

κουβεντιάζω μὲ ἄπειρα θαμπὰ σχήματα ἀπουσίας

 

στὴ θαλπωρὴ ἐκείνου τοῦ ὀνείρου

ἡ γεύση τοῦ φιλιοῦ σου ἐνεδρεύει

μνῆμες 

ἴσκιους δανείζεται

ἀκόμα

μεθυστικὸ ἄρωμα ἀναμνήσεων

 

τὸ κενὸ

τὴ μετακόμιση

ἐπιτηρεῖ

τὴ λογικὴ

μιὰ σύγκορμη  ἀνατριχίλα δονεῖ βαθιὰ μου 

 

συνθέτει

ἐξορίες

μιὰν ἀκόμη θρυλικὴ ἀποξένωση

 

τρομαγμένα ἀγριοπερίστερα

ἀναδίδουν μιὰ θλίψη 

πάλι ξανὰ

 

τὸ βράδυ θαλπωρὴ σφιχτὴ

ἀγαλιάζει τὰ χείλη 

 

λέω νὰ φύγω

ἕτοιμος γιὰ νέο ρῆγμα

  

τί θὰ πεῖ

ζῶ

Ιωάννης Μασμανίδης