Ἔξω

Παγωνιὰ βρέχει

 

Καὶ στὴν ψυχὴ βρέχει βρέχει παντοῦ

Δὲν μ’ ἀνοίγει κανεὶς περιπλανιέμαι ἀδύναμος πιωμένος

 

Σὰν μοναξιὰ ἀνεκπλήρωτου πόθου μέσα μου ἕνα παιδὶ κλαίει Κλαίει ἀσταμάτητα πάντα κλαίει κανεὶς δὲ μὲ ρωτᾶ τί θέλει

 

Καθένας πρέπει νὰ κλαίει μόνος ὅσο θέλει Ὅσο τὸν ἀφήνουν νὰ μπορεῖ Εἶναι ὁ πλοῦτος του καὶ δὲν τὸ ξέρει

 

Τὸ κλάμα μέσα μου ἀπασφαλίζει τὰ ἑρμητικὰ ματόκλαδα Μικραίνει τὶς ἀποστάσεις

 

Μὲ τὸ ἀθόρυβο κλάμα ζῶ κι ἐγὼ

Μιὰ ταφὴ μετὰ τὴν ἄλλη στοιχίζω

Πολλὲς ταφὲς ξοδεύω ἀσταμάτητα

Πολλὰ δάκρυα ἀόρατα ἀθροίζω

 

Ἄνανθα τὰ χείλη μου διψασμένα

Στεγνὰ κυπαρισσόμηλα

 

Ποιητὴς τοῦ ΑΠΟΛΛΥΜΙ κάθε μέρα στοίχημα βάζω γιὰ τὸ τέλος Κάθε μέρα ψεύτικα νικῶ τὴν ἐγκατάλειψη

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΟΥ

«εὔλαλη φιλαμαρτήμων ἐρημία»

Ιωάννης Μασμανίδης