«Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε με ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο βιβλίο του «Ο ζωγράφος Θεόφιλος».

Ο πιο διάσημος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος που ύμνησε τη ρωμιοσύνη, ο Θεόφιλος, «μόνον στα χώματα μιας τέτοιας παραμυθένιας χώρας ήτανε φυσικό να βλαστήσει μια μέρα», σημειώνει ο Ελύτης σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου του. Με την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα, αυτή τη χώρα την απαθανάτισε με τον θρίαμβο του ελληνικού φωτός, τους μύθους, τους θρύλους και τα όνειρα για ένα πιάτο φαΐ και ένα ποτήρι κρασί για να μας υπενθυμίζει επίμονα τα όνειρα και την ιστορία από την οποία απομακρυνόμαστε σταθερά, στη δίνη του σύγχρονου κόσμου. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος ρομαντικός για να βυθιστεί στο χρώμα, το σχήμα και το φως των έργων του Θεόφιλου. Δεν είναι ανάγκη καν να ξέρει τις ιστορίες. Η αφήγησή του, τολμηρή και πυκνή, καθαρή και άδολη δημιουργεί ένα κομμάτι ιστορίας πολύτιμο και αναντικατάστατο.

Τρεις σχεδόν δεκαετίες από τον θάνατό του, το πνεύμα του ταξίδεψε μέσα από τα έργα του στο Λούβρο, στην έκθεση που έγινε το 1961. Η πόλη της τέχνης υποκλίθηκε στο φτωχό φουστανελά, τον αυτοδίδακτο καλλιτέχνη που η τέχνη πήγαζε μέσα του σαν καθαρή πηγή. Ο κόσμος υποκλίθηκε στο φως των έργων του και σε έναν καλλιτέχνη αθώο, καθαρό και πρωτοπόρο όσο κανένας άλλος.

Γεννημένος στη Βαρειά της Λέσβου, μεταξύ του 1867 και 1870, πρώτο παιδί μια φτωχής οικογένειας με πατέρα τσαγκάρη και μάνα κόρη αγιογράφου, ο Θεόφιλος κληρονόμησε το ταλέντο από την οικογένεια της μάνας του. Μέτριος μαθητής στο σχολείο, δίπλα στον παππού του έμαθε να ζωγραφίζει. Ήταν δεκαοχτώ χρονών όταν άφησε την πατρίδα του για τη Σμύρνη για να δουλέψει «καβάσης» (θυροφύλακας) στο Ελληνικό Προξενείο. Από εκεί φεύγει μετά από μερικά χρόνια για να εγκατασταθεί στον Βόλο.

Κάνει ευκαιριακές δουλειές και ζωγραφίζει κυριολεκτικά για ένα κομμάτι ψωμί. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Πήλιο, και ενώ τον κορόιδευαν, τον πείραζαν και τον λοιδορούσαν για τα ρούχα του και τη φουστανέλα που επέμενε να φορά, βρέθηκε στον δρόμο του ο κτηματίας Γιάννης Κοντός, για τον οποίο φιλοτέχνησε πολλά έργα. Το σπίτι του προστάτη του, η οικία Κοντού αποτελεί σήμερα το Μουσείο Θεόφιλου. Ο Θεόφιλος λάτρευε την παράδοση. Δίπλα στη ζωγραφική αγαπούσε να παρασταίνει θεατρικά τους μύθους και τους θρύλους, στις σχολικές γιορτές και τις Απόκριες. Στα λαϊκά θεατρικά δρώμενα εμφανιζόταν άλλοτε σαν Μεγαλέξανδρος και άλλοτε σαν ήρωας της ελληνικής επανάστασης με κοστούμια που έφτιαχνε μόνος του. Λένε πως έφυγε από τον Βόλο και επέστρεψε από τη Μυτιλήνη όταν για χωρατό τον έριξε κάποιος θαμώνας καφενείου από τη σκάλα στην οποία ήταν ανεβασμένος και ζωγράφιζε.

Στη Μυτιλήνη επιστρέφει το 1927. Ο κόσμος συνεχίζει να τον κοροϊδεύει, να μην μπορεί να κατανοήσει τόσο την προσωπικότητα όσο και το έργο του. Ο κόσμος που πλάθει με τα χρώματα που φτιάχνει μόνος του και τα ευτελή υλικά που μεταμορφώνονται στα χέρια του είναι έργο τέχνης γεμάτο λεβεντιά, καθαρότητα και ελληνικό φως. Τον εμπνέουν οι μορφές του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, των ηρώων του ’21, τον μαγεύει η Μυθολογία και η Λαογραφία. Ο λυρισμός συναντά τη δραματική ένταση, το ανεπιτήδευτο ύφος συναντά το φυσικό χρώμα και όλα αυτά μαζί αγκαλιάζονται για να γεννήσουν συνθέσεις γεμάτες αρμονία και μια αυθεντική, «απείραχτη» λαϊκή τέχνη.

«Ὁ Θεόφιλος μᾶς ἔδωσε ἕνα καινούριο μάτι· ἔπλυνε την ὅρασή μας ὅπως αὐγάζει ὁ οὐρανός, και τα σπίτια, και το κόκκινο χῶμα, και το παραμικρό φυλλαράκι τῶν θάμνων, ὕστερα ἀπό την κάθαρση ἑνός ἀπόβροχου· κάτι ἀπό αὐτό τον παλμό τῆς δροσιᾶς», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης.

Ο Θεόφιλος κάνει τον θεατή πρωταγωνιστή των έργων του που είναι απλά και ελεύθερα, γεμάτα σοφία και γλαφυρότητα. Ο Θεόφιλος Κεφαλάς που υπογράφει σαν Θεόφιλος Χατζημιχαήλ χρησιμοποιώντας το επώνυμο της μητέρας του και προφανώς θέλοντας να τιμήσει την κληρονομιά και τη γνώση που πήρε από τον αγιογράφο παππού του, συναντιέται στο νησί του με τον τεχνοκριτικό και εκδότη Στρατή Ελευθεριάδη (Tériade) που αγάπησε το έργο του βαθιά και είναι αυτός στον οποίο οφείλεται η αναγνώριση της αξίας του έργου του Θεόφιλου αλλά και η διεθνής προβολή του, αν και μετά τον θάνατό του. Ο Θεόφιλος πέθανε τον Μάρτιο του 1934, παραμονές του Ευαγγελισμού, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση, στη Μυτιλήνη.

«…Τη δουλειά του Θεόφιλου μπορούμε να τη χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες περιόδους, που ξεχωρίζουν αρκετά μεταξύ τους. Πρώτη είναι η περίοδος της Θεσσαλίας. Όπως είπαμε και στην αρχή, τα έργα τα καμωμένα στη Θεσσαλία, αν εξαιρέσουμε τα πετυχημένα κι αριστουργηματικά του, είναι τις περισσότερες φορές σφιγμένα, με μια τάση για σχέδιο, που σπάνια φτάνει σ’ αποτέλεσμα, ενώ στο χρώμα έχουν μια περιορισμένη κλίμακα που, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις -έχω υπ’ όψη μου μερικά θαυμάσια έργα- έχουν κάτι το σχεδιαστικό και συγχρόνως το σκληρό. Η εποχή της επανόδου του στη Μυτιλήνη αποτελεί τη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του, ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας, που υπάρχει στα έργα του Βόλου, εξαφανίζεται εδώ για να δώσει τη θέση του σε μια χρωματική ευφορία, με πλήθος σπάνιους τόνους, λεπτότατους μα και συγχρόνως γεμάτους ευδαιμονία. Τα έργα αυτά επιζητούν λιγότερο το σχέδιο, μα ίσως στο βάθος να είναι πιο σχεδιασμένα. Το χρώμα τους φτάνει σε μια λάμψη που εκφράζει ευτυχία, ξενοιασιά και, συγχρόνως, εκστασιακή αυτοσυγκέντρωση. Έχουν μιαν απίστευτη ποιότητα στην ύλη τους, μια δυνατή συνείδηση των κανόνων του έργου τέχνης, με την ανατολίτικη και βυζαντινή σημασία του όρου. Εκεί γύρω στην εποχή που θα συναντήσει τον Τeriade, ίσως όμως και λίγα χρόνια πριν, η ζωγραφική του αλλάζει. Αυτή είναι η τρίτη περίοδός του. Εδώ τα εντυπωσιακά και πολύτιμα χρώματα αρχίζουν να υποχωρούν κάπως, για να δώσουν τη θέση τους σε χρώματα πιο σωστά, πιο ζωγραφικά. Ό,τι ήθελε να κάνει στον Βόλο με το επιμελημένο και σφιχτό σχέδιο, το καταφέρνει τώρα με τα δικά του μέσα: με το χρώμα...», έγραψε για το έργο του Θεόφιλου, ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης.

Ο Θεόφιλος δημιούργησε ένα σύμπαν τόσο αυτάρκες, μοναδικό και αυθύπαρκτο που δεν μπορεί παρά να αποτελεί το συνώνυμο της ελληνικότητας μέχρι και σήμερα. Κανένας δεν μπόρεσε να φτάσει το ύφος και τη φαντασία, την απλότητα και τη δική του ματιά. Είτε πρόκειται για μια κόρη που μας κοιτάζει κατάματα, είτε για ένα απλό διακοσμητικό σχέδιο, είτε για μια στιγμή της ιστορίας, τα μάτια μας εξακολουθούν να γεμίζουν όταν κοιτάζουμε τα έργα του, με ένα κομμάτι από το ελληνικό φως, το φως του καλοκαιριού, γεμάτο με τη δύναμη και το βαθύ και πλούσιο συναίσθημα που άφησε σαν παρακαταθήκη η κάθε πινελιά του.

Πηγή: elculture.gr