Με βαριά ΝΑΤΟική ατζέντα στα Βαλκάνια και στην Ανατ. Μεσόγειο ξεκινάει ο Φλεβάρης για την κυβέρνηση, μετά τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, καθώς μέσα στον ερχόμενο μήνα και μέχρι τα τέλη Μάρτη προγραμματίζονται μια σειρά από συναντήσεις και επαφές για όλα τα ανοιχτά μέτωπα στην περιοχή.

Στις αρχές Φλεβάρη ο πρωθυπουργός θα συναντηθεί με τον Ερντογάν, στο φόντο της κλιμακούμενης επιθετικότητας της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου κι ενώ αναθερμαίνεται η συζήτηση για επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η πρόσφατη έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπου η Τουρκία αντιμετωπίζεται από τις ΗΠΑ ως «κρίσιμος εταίρος» στην περιοχή, που πρέπει να παραμείνει στο «δυτικό» στρατόπεδο και να ανακοπεί η επιρροή της Ρωσίας, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο της συνάντησης Τσίπρα – Ερντογάν.

Αλλωστε, η κυβέρνηση έχει να παινεύεται ότι οι απόψεις της για τη διαχείριση της κρίσης ΝΑΤΟ – Τουρκίας συμπίπτουν με αυτές των ΗΠΑ, που σημαίνει ότι αναλαμβάνει ρόλο «γέφυρας» και μαντατοφόρου προς τη «σύμμαχο» Τουρκία, προσδοκώντας να κατοχυρώσει τον τίτλο του «προτιμώμενου εταίρου» των Αμερικανών στην περιοχή.

Σήμερα, εξάλλου, προγραμματίζεται στην Κύπρο μια ακόμα «σύνοδος των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου», δηλαδή της Ελλάδας, της Κύπρου, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Μάλτας.

Η επιλογή της Κύπρου έρχεται να υπογραμμίσει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που τρέφουν όλες αυτές οι χώρες για τις εξελίξεις γύρω από τα Ενεργειακά, κυρίως η Γαλλία και η Ιταλία, τα μονοπώλια των οποίων έχουν αποκτήσει δικαιώματα ερευνών και εξόρυξης σε «οικόπεδα» της κυπριακής ΑΟΖ.

Η Ελλάδα, ενσωματωμένη πλήρως στον αμερικανοΝΑΤΟικό σχεδιασμό, που προβλέπει αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Ανατ. Μεσογείου για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία, διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο στη μεταφορά του προς την Κεντρική Ευρώπη, με στόχο να αναδειχτεί σε ενεργειακό κόμβο.

Ο στόχος αυτός οξύνει την αντιπαράθεση και με την Τουρκία, η οποία διεκδικεί μερτικό στους υδρογονάνθρακες της Ανατ. Μεσογείου και επιδιώκει να αναλάβει τμήμα του δικτύου των αγωγών που θα μεταφέρουν το φυσικό αέριο προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Σχέδιο που δεν απορρίπτουν οι ΗΠΑ, προκειμένου να αναθερμάνουν και τις σχέσεις της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ.

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση έχει αναλάβει ρόλο για τη στενότερη συνεργασία της Κύπρου με το ΝΑΤΟ, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας στη συζήτηση για το Κυπριακό.

Συναφής με όλα τα παραπάνω είναι και η τριμερής συνάντηση που προγραμματίζεται τέλη Φλεβάρη – αρχές Μάρτη στην Κρήτη, ανάμεσα σε Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ, με αιχμή τη στενότερη συνεργασία στην Ενέργεια και την «άμυνα», με την παρουσία αυτήν τη φορά και του Αμερικανού ΥΠΕΞ, Μ. Πομπέο.

Η άμεση συμμετοχή των ΗΠΑ στην τριμερή αποτελεί στοιχείο αναβάθμισης της παρουσίας τους στην περιοχή και είναι βέβαιο ότι θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τους ανταγωνισμούς για την Ενέργεια και την «επόμενη μέρα» σε Συρία και Μέση Ανατολή, ενώ θα επιδράσει στο Κυπριακό και στα Ελληνοτουρκικά, με έμφαση στο Αιγαίο.

Εξίσου «βαρύ» πρόγραμμα έχει η Ελλάδα και στα Βαλκάνια, όπου παραμένει ανοιχτή η διαπραγμάτευση με την Αλβανία, ενώ ο στόχος που μπαίνει τώρα είναι να αποτελέσει η ΝΑΤΟική συμφωνία των Πρεσπών παράδειγμα για άλλες διευθετήσεις, όπως αυτή ανάμεσα στη Σερβία και το Κόσσοβο.

Τα πανηγύρια του πρωθυπουργού ότι με τη συμφωνία των Πρεσπών ενισχύεται το «κύρος» της χώρας στην περιοχή σημαίνουν αναβάθμιση της Ελλάδας στην προώθηση του ευρωατλαντικού σχεδιασμού, άρα και βαθύτερη εμπλοκή στον ανταγωνισμό ΝΑΤΟ – Ρωσίας.

Ο λαός μόνο ανησυχία μπορεί να αισθάνεται για τις εξελίξεις σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα, όπου ο αμερικανοΝΑΤΟικός παράγοντας θέλει να βάλει τη σφραγίδα του, με την ελληνική κυβέρνηση σε ρόλο εταίρου, «έτοιμου για όλα», προκειμένου να υπηρετήσει τα στρατηγικά συμφέροντα της αστικής τάξης…

Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Τρίτης 29 Γενάρη 2019.