Οι νέοι πρέπει να εξετάζουν τα επίπεδα της χοληστερίνης στο αίμα τους από την ηλικία των 25 ετών, καθώς αυτή η μέτρηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον υπολογισμό του κινδύνου καρδιαγγειακών νοσημάτων και εγκεφαλικού επεισοδίου σε ολόκληρη τη ζωή τους.

Η σχετική γερμανική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Τhe Lancet, είναι η πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα όσον αφορά τον υπολογισμό των μακροπρόθεσμων καρδιαγγειακών κινδύνων που εγκυμονούν οι υψηλές συγκεντρώσεις «κακής» χοληστερίνης. Οπως επισημαίνουν οι ερευνητές, όσο νωρίτερα οι άνθρωποι προσπαθήσουν να μειώσουν τη χοληστερίνη τους, με αλλαγές στη διατροφή και με φάρμακα, τόσο το καλύτερο.

Υπάρχουν δύο είδη χοληστερίνης: η λιποπρωτεϊνη υψηλής πυκνότητας ( HDL), η «καλή», όπως συνηθίζουμε να την αναφέρουμε, που μας βοηθά να παραμένουμε υγιείς, και η λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), η λεγόμενη «κακή», η οποία φράσσει τις αρτηρίες.

Οι ερευνητές προκειμένου να εξαγάγουν ασφαλή συμπεράσματα ανέλυσαν στοιχεία που αφορούσαν 400.000 ανθρώπους από 19 κράτη και διαπίστωσαν την ύπαρξη μιας στενής σχέσης που συνδέει τα επίπεδα «κακής» χοληστερίνης με τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, από την αρχή της ενήλικης ζωής μέχρι 40 χρόνια αργότερα ή και ακόμα περισσότερο. Ειδικότερα, οι επιστήμονες κατάφεραν να υπολογίσουν τις πιθανότητες καρδιακής προσβολής ή εγκεφαλικού σε άτομα 35 ετών ή μεγαλύτερων, σύμφωνα με το φύλο τους, τα επίπεδα κακής χοληστερίνης, την ηλικία, το ύψος, το βάρος, την αρτηριακή πίεση και παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Ο καθηγητής Στέφαν Μπάνκενμπεργκ, από το πανεπιστημιακό καρδιολογικό κέντρο του Αμβούργου, που συνυπογράφει τη μελέτη, δήλωσε ότι «οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σήμερα για να αξιολογηθεί ο κίνδυνος και να αποφασιστεί κατά πόσον θα χορηγηθεί αγωγή για τη μείωση των επιπέδων χοληστερίνης σε κάποιον ασθενή, υπολογίζουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων μόνο εντός της επόμενης δεκαετίας, υποβαθμίζοντας τον κίνδυνο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, ιδιαίτερα όταν ο ασθενής είναι νέος».

Ωστόσο, οι ερευνητές δεν συνέστησαν τη χορήγηση στατινών (που μειώνουν τα επίπεδα χοληστερίνης) σε νεαρά άτομα. Ο καθηγητής Μπάνκενμπεργκ δήλωσε σχετικά: «Αυτό που συνιστώ στους νέους είναι να γνωρίζουν τα επίπεδα χοληστερίνης τους και να μπορούν να λάβουν μια ενημερωμένη απόφαση, η οποία πιθανώς να περιλαμβάνει και τη λήψη στατινών». Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η χορήγηση στατινών πιθανώς να οδηγήσει κάποιους στο να βασίζονται αποκλειστικά σε αυτές, αδιαφορώντας για τον υγιεινό τρόπο ζωής. Οι στατίνες, γενικώς, θεωρούνται ασφαλές σκεύασμα, αλλά δεν έχουν εκπονηθεί μελέτες για τις πιθανές παρενέργειες της μακροχρόνιας λήψης τους.

Ο ιατρικός διευθυντής της Βρετανικής Καρδιολογικής Εταιρείας,  σερ Νιλές Σαμάνι, τόνισε ότι η μελέτη δείχνει ότι για κάποια άτομα, η εφαρμογή μέτρων σε πολύ νεότερη ηλικία, όπως είναι η λήψη στατινών, ενδέχεται να έχει σημαντικά αποτελέσματα ως προς τη  μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Πηγή: kathimerini.gr