Ο Ρίτσαρντ, η Μπέρθα, η Μπεατρίς και ο Ρόμπερτ· το μοναδικό θεατρικό έργο του Τζέιμς Τζόις αφορά τη σχέση αυτών των τεσσάρων προσώπων προσεγγίζοντας το ζήτημα της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Ο Ρίτσαρντ, συγγραφέας, μετά από εννιά χρόνια αυτοεξορίας στη Ρώμη, γυρίζει στην πατρίδα του την Ιρλανδία, χωρίς να είναι σίγουρος αν θα παραμείνει. Οι σκιές-φωνές του τόπου που τον έδιωξε, της θρησκείας που δεν τον κέρδισε, της μητέρας που τον εγκατέλειψε, τον ακολουθούν, ενισχύοντας το αίσθημα της κόπωσης και της δυστυχίας του, παρά την απέραντη αγάπη της γυναίκας του, της Μπέρθα. Οι Εξόριστοι του Τζόις είναι κατά βάση αυτοεξόριστοι από τις προσωπικές τους σχέσεις και επιθυμίες.

Το έργο ολοκληρώθηκε το 1915 και εκδόθηκε το 1918. Παρά τις προσπάθειες του ίδιου του Τζόις και του αμερικανού ποιητή Έζρα Πάουντ το έργο απορρίφθηκε από τα θέατρα και περιφρονήθηκε από τους κριτικούς. Η μοναδική αξιοπρόσεκτη παραγωγή ανήκει στον Χάρολντ Πίντερ την περίοδο 1970-1971 στο Mermaid Theatre του Λονδίνου.

Μετάφραση: Περέλης Νίκος, Κοντογιάννη Ρένα
Επιμέλεια: Μαγκλάρα Κλεονίκη
Επίμετρο: Θωμαδάκη Μαρίκα
‘Εργο Εξωφύλλου: Λιάπης Αλέξανδρος
Είδος: Βιβλίο
Τίτλος πρωτοτύπου: Exiles
Γλώσσα πρωτοτύπου: Αγγλικά
Θέμα: Ιρλανδικά θεατρικά έργα
Σειρά: Παγκόσμιο Θέατρο · 191
ISBN-13: 978-960-558-283-8
Έτος έκδοσης: 2020
Πρώτη έκδοση: Ιούνιος 2020
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14×21
Σελίδες: 104

 

Καθώς φαίνεται, ο Τζόις προτιμά τον αυτοβασανισμό. Το έργο Εξόριστοι θεωρήθηκε αυτοβιογραφικής καταγωγής δράμα. Ο κεντρικός ήρωας αποτυπώνει μυθοπλαστικά τον ίδιο τον Τζόις, ενώ το ανθρωπόμορφο οικοσύστημα γύρω του αναπλάθει δομικά και θεματικά τις αναμνήσεις της συλλογικότητας που παρήγαγε τον συλλογισμό και την τέχνη της αφήγησης του Ιρλανδού Τζόις.

[…] Το τρίπρακτο έργο του Τζόις διδάσκει την αναγνώριση του ειδώλου στο βλέμμα του καθρέφτη· ένας βαθύς στοχασμός με γνώμονα τις προσωπικές εμπειρίες και με αρωγό την εποικοδομητική παρατήρηση. Ο Τζόις σχολιάζει γιατί πρέπει να σχολιάσει, σε διακεκριμένη συγκυρία και ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Το έργο συνοψίζει, θα λέγαμε, όλους τους όρους σε οντικό επίπεδο, τηρουμένων πάντα των αναλογιών που αντιστοιχούν στο μέτρο. Η εποχή του το επιβάλλει. Ωστόσο ο παγκόσμιος αναγνώστης, στο επέκεινα του καιρού και της ιστορικότητας, αναγνωρίζει αβίαστα τον εξόριστο, τον ανατέμνει και τον αποθεώνει. Έτσι τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους και διακρίνεται η πληροφορία μέσα στην υπέρβαση.

Μαρίκα Θωμαδάκη, καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του θεάτρου στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο James Augustine Aloysious Joyce (1882-1941) γεννήθηκε στις 2 Φλεβάρη σε προάστειο του Δουβλίνου, από τυπική Ιρλανδική οικογένεια, μεγαλύτερος από τα δέκα τους παιδιά. Ο πατέρας, John Stanislaus Joyce, φανατικός αντικληρικός και φιλελεύθερος, ενώ η μητέρα φανατικά καθολική. Στα παιδικά χρόνια του, η οικογένειά του ήταν εύπορη αλλά το 1891, εξαιτίας κακών οικονομικών χειρισμών και με τον αλκοολισμό του πατέρα, οδηγήθηκε στη πτώχευση. Η οικογένεια πουλά σιγά-σιγά τη περιουσία της. Περνούνε περίοδο μεγάλης ανέχειας. Σε 10 χρόνια μετακομίζουνε 12 φορές. Ο πατέρας αλκοολικός χρωστούσε παντού. Πρώτες σπουδές το 1888 στο κολέγιο Clongowes Wood, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει είτε λόγω ασθένειας, είτε λόγω αδυναμίας πληρωμής διδάκτρων. Για σύντομο διάστημα πήρε μαθήματα κατ’ οίκον αλλά και στη σχολή Christian Brothers (Χριστιανοί Αδελφοί) μέχρι που του προσφέρθηκε θέση στο κολέγιο Belvedere, διευθυνόμενο από Ιησουίτες. Η παραδοσιακή πειθαρχία των καθολικών θα γίνει η πρώτη εξορία κι ο λαβύρινθός του. Σε μιαν εφηβική κρίση μάλιστα κόντεψε να γίνει ιερέας. Παρά το θρησκευτικό περιβάλλον όμως, που μέσα του σπούδασε, στα 16 του αρνήθηκε τον καθολικισμό. “Θα με σώσει μια πόρνη κι η ποίηση”, θα πει αργότερα. Το 1898 γράφτηκε στο University College Dublin και σπούδασε κυρίως αγγλικά, γαλλικά κι ιταλικά ενώ παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στους θεατρικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της πόλης. Το 1900 δημοσιεύτηκε πρώτη φορά κείμενο του, στην εφημερίδα “Fortni” κι αφορούσε κριτική μελέτη στη θεατρική δραματουργία του Ίψεν – δέχτηκε αργότερα ευχαριστήρια επιστολή από τον ίδιο τον Νορβηγό συγγραφέα. Ακολούθησαν αρκετές δημοσιεύσεις κριτικών του. Μετά την αποφοίτησή του το 1903 αποφάσισε να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή Δουβλίνου, αλλά ταξίδεψε στο Παρίσι και σύντομα εγκατέλειψε τις ιατρικές σπουδές. Από 11/11/1902-19/11/1903 δημοσιευτήκανε συνολικά 23 βιβλιοκριτικές του. Τον Απρίλη του 1903 επέστρεψε στο Δουβλίνο καθώς έμαθε πως η μητέρα του έπασχε από καρκίνο. Προσπάθησε να τον πείσει, έστω την ύστατη στιγμή της, ν’ ασπαστεί τον καθολικισμό, μα κείνος αρνήθηκε να γονατίσει και να προσευχηθεί για τη σωτηρία της, μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Άρχισε να πίνει κι η κατάσταση ήτανε πολύ άσχημη κι όταν η μητέρα πέθανε στις 13 Αυγούστου, καθώς εκείνος συνέχισε το ποτό κι έφερε βαριά την άρνησή του στη θέλησή της, γεγονός που τον επηρέασε βαθιά. Την επόμενη χρονιά κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο του Feis Ceoil, τραγουδώντας, καθώς ήτανε και θαυμάσιος τενόρος.

Το Γενάρη του 1904 ολοκλήρωσε το Πορτρέτο Του Καλλιτέχνη (A Portrait Οf Τhe Artist), η δημοσίευσή του όμως, απορρίφθηκε από το περιοδικό Dana. Παράλληλα ξεκίνησε τη συγγραφή του μυθιστορήματος Στέφεν ο Ήρωας (Stephen Hero), έργο που έμεινε ημιτελές. Την ίδια χρονιά, στις 6 Ιουνίου, (η μέρα bloomsday), καταγράφεται η πρώτη γνωριμία του με τη Νόρα Μπάρνακλ (Nora Barnacle), καμαριέρα σε ξενοδοχείο, που την ερωτεύτηκε και μαζί της αργότερα, τον Οκτώβρη, εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Αρχικά εγκατασταθήκανε στη Ζυρίχη κι έπειτα στη Τεργέστη, που εργάστηκε σα δάσκαλος στη σχολή Berlitz. Στις 27 Ιουλίου 1905, αποκτήσανε τον πρώτο τους γιο, Giorgio –συνολικά στα 36 χρόνια κοινής τους ζωής, αποκτήσανε 2 παιδιά. Στη Τεργέστη, παρέμεινε για τα επόμενα 15 περίπου χρόνια, με διακοπή 1 έτους, όταν τον Ιούλιο του 1906, εγκατασταθήκανε στη Ρώμη, που εργάστηκε σα τραπεζικός υπάλληλος. Επισκεπτόταν αραιά και που το Δουβλίνο, ενώ το 1909 προσπάθησε για σύντομο χρονικό διάστημα, σε συνεργασία μ’ άλλους επιχειρηματίες να λειτουργήσει κινηματογράφους στην Ιρλανδία. Σύντομα εγκατέλειψε το εγχείρημα κι επέστρεψε στη Τεργέστη αφού όμως προηγουμένως είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο “Maunsel & Co”., για την έκδοση της συλλογής διηγημάτων Δουβλινέζοι. Τελικά όμως το έργο αυτό τυπώθηκε το 1914 από τον οίκο Grant Richards. Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και το Πορτρέτο του Καλλιτέχνη, στο περιοδικό “Egoist”, ενώ η έκδοση του βιβλίου έγινε το 1916 στη Νέα Υόρκη και το 1917 στο Λονδίνο. Το 1914 ξεκίνησε τη συγγραφή του σημαντικότερου βιβλίου του, του Οδυσσέα. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του, μετακόμισε στο Παρίσι, έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ και παρέμεινε για τα επόμενα 20 περίπου χρόνια. Το 1922 εκδόθηκε ο Οδυσσέας ενώ την ίδια περίοδο ξεκινά πρώτη επεξεργασία στο Ξύπνημα του Φίνεγκαν (Finnegan’s Wake), που αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Transatlantic Review” πρώτη φορά το 1924. Η τελική έκδοση του έργου χρονολογείται το 1939, χάρη στις προσπάθειες των Maria & Eugene Jolas, που τον ενθαρρύνανε σχετικά με την ολοκλήρωση του έργου και παρά τις απογοητεύσεις του ιδίου, εξαιτίας της αρχικής υποδοχής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν άνετα οικονομικά. Στις 4 Ιουλίου 1931 μετά από 27 χρόνια κοινή ζωής ο James κι η Nora παντρεύονται. Το 1932 πεθαίνει ο πατέρας του και την ίδια χρονιά γίνεται παππούς. Στις 14 Δεκέμβρη 1940, ο Τζόις και η οικογένειά του εγκαταλείψανε το Παρίσι για τη Ζυρίχη. Ένα μήνα μετά στις 13 Γενάρη 1941 πέθανε πρόωρα, σ’ ηλικία 58 ετών, από πολύ προχωρημένο έλκος και θάφτηκε στο εκεί νεκροταφείο.

Πηγή: Εκδόσεις Δωδώνη