Χρυσός

 

Η εμπειρία του Ο’ Νηλ στα θαλασσινά ταξίδια επηρέασε το έργο του και τον ενέπνευσε το να γράψει τον Χρυσό. Πρόκειται για μια ναυτική περιπέτεια· ναυαγοί σ’ ένα νησί, ο καπετάνιος και το πλήρωμά του, βρίσκουν μια κασέλα με χρυσάφι, τη θάβουν για να ξανάρθουν κάποτε να την πάρουν. Το όνειρό τους να γίνουν πλούσιοι τους στοιχειώνει. Ο μάγειρας και ο μούτσος βλέπουν τη σκηνή. Επειδή δεν πιστεύουν ότι είναι χρυσάφι αλλά μπρούτζος, δολοφονούνται και ο καπετάνιος ζει με τις τύψεις αλλά και το όνειρο να γυρίσει κάποτε με μια καινούρια σκούνα να πάρει το χρυσάφι.
Οι υπόλοιπες τρεις πράξεις διαδραματίζονται στο σπίτι του καπετάνιου, όπου το μυστικό γίνεται εμμονή της γυναίκας του που τον παροτρύνει να το ομολογήσει. Ο ίδιος βρίσκει καταφύγιο στη φαντασία του· παραμένει σιωπηλός αλλά η μπερδεμένη του συνείδηση τον οδηγεί στην καταστροφή.
Γενικά, τα έργα του Ο’ Νηλ χαρακτηρίζονται από τραγικές καταστάσεις αλλά και διάχυτη απαισιοδοξία· και σε αυτό το θεατρικό πράγματι οι ήρωες, αν και περιθωριοποιημένοι και βουτηγμένοι στη διαφθορά, προσπαθούν να κάνουν όνειρα που τελικά τους οδηγούν στην απόγνωση. Η δραματική κορύφωση έρχεται όταν ο καπετάνιος τελικά αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι το δήθεν χρυσάφι ήταν μπρούτζος!

Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας, από τους πλέον σημαντικούς του εικοστού αιώνα, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1936) και τέσσερις φορές με το βραβείο Πούλιτζερ για τα έργα: “Beyond the horizon” (1920), “Anna Christie” (1922), “Strange Interlude” (1928), “Long day’s journey into night” (1957).
Τρίτος γιος του Τζέιμς Ο’ Νηλ, διάσημου ηθοποιού της εποχής, και της Έλλα Κουίνλαν, γεννήθηκε σε ξενοδοχείο του Μπροντγουέι και έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια, γεγονός που επηρέασε τόσο την προσωπική του ζωή όσο και το έργο του. Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αποβλήθηκε και δεν επέστρεψε ποτέ. Εργάστηκε ως κλητήρας στη Νέα Υόρκη, έφυγε ως χρυσοθήρας στην Ονδούρα και ταξίδεψε ως ναύτης με εμπορικά πλοία, αποκομίζοντας γνώσεις και παρατηρήσεις ιδιαίτερα χρήσιμες στη σκιαγράφηση των ηρώων του. Αποφασισμένος να αφοσιωθεί στη συγγραφή θεατρικών έργων, εγκατέλειψε την περιπλάνηση και παρακολούθησε τα σχετικά μαθήματα που πρόσφερε το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Το σύνολο του έργου του κατατάσσεται σε τρεις περιόδους: στην πρώιμη ρεαλιστική περίοδο, με διακριτές τις εμπειρίες από την προσωπική του περιπλάνηση· στην εξπρεσιονιστική, που αρχίζει το 1920, με διακριτές τις επιρροές του συγγραφέα από ιδέες φιλοσοφικές του Νίτσε, ψυχαναλυτικές του Φρόυντ και του Γιούγκ, και δραματουργικές του Στρίντμπεργκ· και, τέλος, στην ώριμη ρεαλιστική περίοδο, με βαθιές επιρροές από τους Έλληνες τραγικούς. Τα έργα της τελευταίας περιόδου, διαποτισμένα από την τραγική αίσθηση της ζωής και την τραγικότητα της ζωής του ίδιου του συγγραφέα, συνιστούν, σύμφωνα με τους κριτικούς, τα μεγάλα έργα του μεγαλύτερου Αμερικανού δραματουργού. Στο ελληνικό κοινό τα μεγάλα έργα του Ο’ Νηλ έγιναν γνωστά, κυρίως, με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, όπως ακριβώς και το “Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” (“Long day’s journey into night”).


Η γελάδα

Το θέατρο του Χικμέτ, έντονα επηρεασμένο από τις πολιτικές επιλογές του, έχει τα χαρακτηριστικά του επικού θεάτρου, καθώς επιδιώκει την εξερεύνηση της ανθρώπινης ηθικής και την πυροδότηση της σκέψης του θεατή.
Η Γελάδα είναι σύμβολο· συμβολίζει το όνειρο για οικονομική και κοινωνική εξέλιξη και ευμάρεια. Η μητέρα, με μια μικρή σύνταξη χηρείας, ονειρεύεται να δει την κόρη της σπουδαία τραγουδίστρια της όπερας και τον γιο της μεγάλο ποιητή.
Πραγματικότητα θα γίνουν τα όνειρά τους μόνο εφόσον η παχιά γελάδα θα κατεβάζει γάλα που θα γίνει βούτυρο που θα πουληθεί. Σύντομα όμως η γελάδα αγιοποιείται και από σωτήρας μετατρέπεται σε δυνάστη τους.
Το έργο γράφτηκε στη Μόσχα το 1956 και θίγεται έντονα το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας που προβάλλεται από την μικροαστική ηθική ως υπέρτατη αξία, ικανή να διαλύσει, ωστόσο, τις ανθρώπινες σχέσεις και να υπονομεύσει κάθε αίσθημα αγνότητας και ειλικρίνειας.
Ο Ναζίμ Χικμέτ (1902-1963), γεννημένος στη Θεσσαλονίκη επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μελοποιημένος από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Θάνο Μικρούτσικο και άλλους, είναι από τους μεγάλους ξένους ποιητές που κατέχουν μια ξεχωριστή θέση για τους Έλληνες αναγνώστες. Γόνος οικογένειας κρατικών αξιωματούχων, ο Χικμέτ αρχικά πήγε στη ναυτική ακαδημία και υποστήριξε την κεμαλική επανάσταση, γράφοντας παράλληλα έμμετρα πατριωτικά ποιήματα. Ωστόσο, οι κομμουνιστικές ιδέες του τον έβαλαν γρήγορα σε τροχιά σύγκρουσης με τη νέα τάξη πραγμάτων στην Τουρκία. Θέλοντας να ζήσει από κοντά τα αποτελέσματα της επανάστασης των μπολσεβίκων, μετακόμισε στη Μόσχα, όπου σπούδασε οικονομικά και πολιτικές επιστήμες. Επέστρεψε στην Τουρκία το 1924, εισάγοντας τον ελεύθερο στίχο και τη λεγόμενη “αποποιητικοποίηση της ποίησης”, και προώθησε συστηματικά τις πολιτικές του απόψεις μέσω του πολύπλευρου συγγραφικού του έργου. Ως αποτέλεσμα, θεωρήθηκε αντικαθεστωτικός και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του στη φυλακή. Το 1951 άφησε οριστικά πίσω του την Τουρκία, ζώντας τα τελευταία χρόνια του στην ΕΣΣΔ και σε άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου υπηρέτησε τα κομμουνιστικά του ιδεώδη. Στη χώρα του έγινε δημοφιλής κυρίως μετά τον θάνατό του. Για την τουρκική αριστερά ήταν “ποιητής του λαού και ήρωας της επανάστασης”. Διεθνώς θεωρείται από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα και το έργο του έχει μεταφραστεί σε 50 γλώσσες.
—————————————————————————————————
Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα

 

Ο Πατριάρχης της οικογένειας Μπεναβίντες, μόλις έχει οδηγηθεί στην τελευταία του κατοικία. Μετά από πολλά χρόνια πατάνε πάλι το πόδι τους συγγενείς και γείτονες στο σπίτι της Μπερνάρντα, το σπίτι όπου θα παιχτεί η τραγωδία. Η Μπερνάρντα, γυναίκα του, μάνα πέντε κοριτσιών, περιφρονεί χωρίς προσκόμματα −περήφανη και αυθάδης καθώς είναι− όλους όσοι έρχονται να τη συλλυπηθούν, και τους κάνει λιανά: Μετά τον θάνατο του κύρη της, στέκεται πια μόνη σ’ αυτήν τη ζωή, με τα πέντε κορίτσια της γεμάτα φόβο και μίσος απέναντί της, περιφρονημένα απ’ όλους. Όμως η ίδια είναι ικανοποιημένη. Τώρα πια ισχύει η θέλησή της και η διαταγή της είναι νόμος. Κανείς δεν θα τολμήσει να καταργήσει αυτό το καθεστώς. Έχει φροντίσει να ζουν όλοι μέσα σ’ αυτό το σπίτι με αυταπάρνηση και φόβο, κάτω από το βάρος και την πίεση των σκονισμένων παραδοσιακών αντιλήψεών της περί ηθικής. Μόνο η Αγκούστιας, κόρη της Μπερνάρντα από τον πρώτο γάμο, μπορεί να μιλάει τις νύχτες με άντρα, τον αρραβωνιαστικό της Πέπε ελ Ρομάνο · ενώ οι υπόλοιπες είναι κλειδωμένες στο σπίτι και πρέπει να δουλεύουν, για να ετοιμάσουνε την προίκα τους, με το ενδεχόμενο του δικού τους γάμου. Όμως η μάνα δεν μπορεί να κλειδώσει και να φυλακίσει τις σκέψεις και τους πόθους των υπόλοιπων κοριτσιών. Το τελευταίο έργο του ισπανού συγγραφέα και ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα –επικεντρωμένο σε ζητήματα καταπίεσης και συμβιβασμού− γράφτηκε το 1936 προμηνύοντας το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο στην Ισπανία.

Ο Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος κτηματίας και η μητέρα του δασκάλα. Από τους πρώτους μήνες της ζωής του υπέστη την ταλαιπωρία σοβαρής ασθένειας, η οποία μάλιστα θα του αφήσει και μια μικρή χωλότητα. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στον τόπο που γεννήθηκε: στο Φουέντε Βακέρος της Γρανάδας. Ο Λόρκα θα φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας όπου θα σπουδάσει Φιλοσοφία και Δίκαιο, ενώ παράλληλα παίρνει μαθήματα κιθάρας και πιάνου με δάσκαλο τον Μανουέλ ντε Φάλλια. Το 1918 εγκαθίσταται στη Μαδρίτη. Μένει στη Φοιτητική Εστία και εκεί έχει την ευκαιρία να γνωριστεί με τους Λουίς Μπουνιουέλ, Σαλβαδόρ Νταλί, Μιγέλ Ουναμούνο και άλλους.
Το 1920 ανεβαίνει στη Μαδρίτη το έργο του “Τα μάγια της πεταλούδας”. Την ίδια χρονιά γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή και την επομένη κυκλοφορεί στη Μαδρίτη η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Βιβλίο ποιημάτων”, ενώ παράλληλα γράφει το “Ποίημα του Κάντε Χόντο”. Το 1922 δίνει διάλεξη για το κάντε χόντο (λαϊκό ανδαλουσιάνικο τραγούδι) και οργανώνει μαζί με τον ντε Φάλλια τη “Γιορτή του Κάντε Χόντο”. Σε συνεργασία πάλι με τον ντε Φάλλια θα οργανώσει παραστάσεις του “Ανδαλουσιάνικου Κουκλοθέατρου Κατσιπόρα”.
Το 1925 ο θίασος της Μαργαρίτας Σίργκου ανεβάζει στη Βαρκελώνη το έργο “Μαριάνα Πινέδα” με σκηνικά του Σαλβαδόρ Νταλί.
Το 1928 εκδίδει μαζί με φίλους του από τη Γρανάδα το περιοδικό “El Gallo” (“O πετεινός”), όπου και δημοσιεύονται τα μονόπρακτα του “Η παρθένος, ο ναύτης και ο σπουδαστής” και “Ο περίπατος του Μπάστερ Κήτον”. Την ίδια χρονιά εκδίδει το πρώτο μέρος του “Ρομανθέρο Χιτάνο” με ποιήματα της περιόδου 1924-1927. Μετά τα ταξίδια του στην Νέα Υόρκη και την Κούβα ο Λόρκα επιστρέφει το 1930 στη Μαδρίτη, όπου ανεβαίνει στο θέατρο Εσπανιόλ το έργο του “Η θαυμαστή μπαλωματού”.
Μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας στην Ισπανία, ο Λόρκα εκδίδει το “Ποίημα του Κάντε Χόντο” και το 1932 ιδρύει και διευθύνει, μαζί με τον Εντουάρντο Ουγκάρτε, τον πανεπιστημιακό θίασο “Λα Μπαράκα” (“Η Παράγκα”), ο οποίος περιοδεύει στην ισπανική επαρχία παρουσιάζοντας έργα του κλασικού ισπανικού θεάτρου.
Το 1933 ανεβαίνουν στη Μαδρίτη τα έργα “Ματωμένος γάμος” και “Δον Περλιμπλίν”, ενώ την επόμενη χρονιά ανεβαίνει στο Τεάτρο Εσπανιόλ η “Γέρμα” με τη Μαργκαρίτα Σίργου. Το θέατρο “Λα Μπαράκα” δίνει παραστάσεις στη Νότια Αμερική, και ο Λόρκα γράφει το “Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας”. Τον επόμενο χρόνο θα παιχτούν τα έργα του “Η παραστασούλα του Δον Κριστόμπαλ” και “Δόνια Ροζίτα η ανύπαντρη”. Το 1936 ο Λόρκα διαβάζει στη Μαδρίτη τη διακήρυξη των ισπανών συγγραφέων κατά του φασισμού, στη διάρκεια τιμητικής εκδήλωσης για τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και στις 16 Ιουλίου αναχωρεί για τη Γρανάδα. Την επομένη μέρα ξεσπά το πραξικόπημα του Φράνκο και τρεις μέρες αργότερα οι φαλαγγίτες καταλαμβάνουν τη Γρανάδα. Στις 3 Αυγούστου ο κουνιάδος του Λόρκα Μοντεσίνος, σοσιαλιστής δήμαρχος της Γρανάδας, συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Λόρκα καταφεύγει στο σπίτι ενός φίλου του, του ποιητή Λουίς Ροσάλες, του οποίου τα αδέλφια ήταν φαλαγγίτες. Συλλαμβάνεται τη νύχτα 17 προς 18 Αυγούστου και κρατείται στο Κυβερνείο της Γρανάδας. Στις 19 Αυγούστου τα χαράματα εκτελείται στο χωριό Βιθνάρ.

Πηγή: Εκδόσεις Δωδώνη