Ἀπὸ πολὺ παλιὰ

χρονολογεῖται ἡ λύπη

στὰ ἀχνοφωτίσματα τῆς αὐγῆς

στὰ θανατερὰ ἡλιογέρματα

ξεστρατίζει

Σὰν τριαντάφυλλο ἀνοίγει πληγὲς 

 

στῆς φορτωμένης μνήμης

τὸν ἀπερίγραπτο παιδεμὸ

στὰ ἀδέξια χειρόγραφά μου ἀκόμη

κερδίζει φῶς

 

ὑποκλίνεται ὅλο σεμνότητα

Γάργαρη λαμπυρίζει πηγὴ

 

Χρειάζεται πολὺς ἀνθρώπινος μόχθος

τρόπος μέτρησης ἀπωλειῶν

γιὰ νὰ κατανοηθεῖ πλήρως

 

Σὲ κρυσταλλωμένη πάχνη τῆς νύχτας

ἐρωτευμένος κορυδαλλὸς

τινάζει

τὰ πάμφτωχα ματάκια του

πασχἰζει νὰ τὴν τραγουδήσει

 

Λύπη

Ἀστέρι ὁλόλαμπρο τῆς ὁδοιπορίας μου 

στὴν ἀληθινότερη περιοχὴ τῆς ὕπαρξης

ἐγκάρδιος φίλος  μοναδικὸς

 

ἰσομετρᾶς τὴ δίψα μου

στὰ χείλη μπήγεις τὸ παράπονο

 

ὥσπου

στὰ ξύλινα περβάζια

νὰ ἀνθίσει μοναξιὰ.

 

ὥσπου  

στὴ γαλαζωπὴ ἀνταύγεια 

τοῦ φανοστάτη

γερμένος

μὲ μιὰ θαμπάδα ὀνείρου στὰ μάτια

 

Τί νὰ δώσω κι ἄλλο σ’ αὐτὸ τὸ χωρισμὸ

Ιωάννης Μασμανίδης