Έχω την χαρά να φιλοξενώ στο Love Book Diary τον συγγραφέα Νικόλαο Βεντουρή με αφορμή το βιβλίο του Το Ψαροκόκκαλο που κυκλοφορεί από εκδόσεις Εντύποις.
Καλώς ήρθατε στο Love Book Diary.



Αφιερωμένο εξαιρετικά

στη γυναίκα μου, στα παιδιά μου

και σε όλους τους τίμιους ψαράδες της παράκτιας Αλιείας.

Θα ήθελα να μας πείτε πώς ήταν το συγγραφικό σας ταξίδι, από την σύλληψη της ιδέας μέχρι την εκτύπωση του αντιτύπου;
Κατ’ αρχήν Παρασκευή θα ήθελα να σε ευχαριστήσω και να σου ευχηθώ καλό καλοκαίρι. Όσο για τούτο το ταξίδι, ήταν πραγματικό ταξίδι, με όλη τη σημασία τής λέξης! Από την ώρα που ξεκίνησα να γράφω, έως και την τελευταία πρόταση, ήταν σα να βρισκόμουν μέσα σε μια βάρκα με όλα τα σύνεργα. Γνωρίζω από πρώτο χέρι σαν νησιώτης τα προβλήματα των απλών ψαράδων και αυτό ήθελα βασικά να περάσω σε τούτο το βιβλίο. Έβγαινε τόσο αυθόρμητα που δεν το πίστευα ούτε ο ίδιος. Είμαι γιος ψαρά, έχω δική μου βάρκα και δεν ανέχομαι την αδικία. Οπότε το «συγγραφικό ταξίδι» ήταν με καλοσυνάτη θάλασσα και έφτασε στο τέλος γρήγορα, χωρίς να το καταλάβω. Βέβαια, εκτός της παράνομη αλιείας, υπήρχαν πολλά ακόμη σοβαρά προβλήματα τα οποία έπρεπε να αναδείξω. Γι αυτό και το βιβλίο βγήκε τόσες σελίδες.
 Γράφετε Αστυνομικά μυθιστορήματα και θα ήθελα να μας πείτε αν είναι αυτό που σας αντιπροσωπεύει και γιατί, ποιες επιρροές έχετε και αν σκέφτεστε να γράψετε και κάποιο άλλο είδος;
Έχω διαβάσει αμέτρητα βιβλία. Από το δημοτικό με θυμάμαι μ’ ένα βιβλίο στο χέρι. Εκτός από τα σχολικά, η χαρά μου ήταν απερίγραπτη όταν ερχόταν κάποιος από την Αθήνα και έφερνε μαζί του βιβλία. Γινόταν ο καλύτερος φίλος μου. Οι επιρροές ήταν πολλές και υπήρξαν αρκετές φάσεις αναζήτησης στη ζωή μου. Όταν πια άνοιξε βιβλιοπωλείο στη Νάουσα, το χωριό μου, ήταν ό,τι καλύτερο για μένα. Κάθε μέρα κι από ένα βιβλίο. Ελληνική και ξένη λογοτεχνία, αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι… το καλοκαίρι όμως ήθελα κάτι πιο ανάλαφρο. Έτσι ξεκίνησα τα αστυνομικά. Χανόμουν μέσα στις σελίδες τους προσπαθώντας να λύσω το μυστήριο. Να μην αναφέρω συγγραφείς της εποχής, όλοι τους γνωρίζουμε. Δε θα κρύψω όμως πως η Αγκάθα Κρίστι ήταν εκείνη που μου έβαλε για πρώτη φορά το μολύβι στο χέρι. Ήταν το 1990 όταν σε ένα τετράδιο ξεκίνησα να γράφω το δικό μου μυθιστόρημα. Τίτλος του: «Στη Σκιά του Ψηλού Βράχου». Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα το τελείωνα. Κι όμως, σε τρεις μήνες τα είχα καταφέρει. Άρεσε σε πολλούς, αλλά ποτέ δεν πήγε το μυαλό μου τότε να το εκδώσω. Δε γνωρίζω αν είναι πιο εύκολο να γράψεις άλλο είδος μυθιστορήματος όπως λένε, το αστυνομικό όμως θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Δεν πρέπει να αφήνεις τίποτα αναπάντητο και το κυριότερο να μην χρησιμοποιείς από «μηχανής Θεούς» για να φτάσεις στη λύση τού μυστηρίου. Αυτό πιστεύω δεν είναι καθόλου εύκολο. Πρέπει να κρατάς σημειώσεις, να κρύβεις, αλλά να δίνεις επαρκή στοιχεία εκεί που πρέπει και στο τέλος να τα ξεδιαλύνεις ένα-ένα!
 Γράφετε μυθιστορήματα με βασικό χαρακτηριστικό την θάλασσα για αυτό σας χαρακτήρισα θαλασσινό συγγραφέα παίρνοντας την ιδέα από ένα σχόλιο σε μία ανάρτηση μου για το βιβλίο σας. Ποια είναι η άποψη σας γι αυτό και τι σημαίνει η θάλασσα για εσάς;
Το είπα και πιο πάνω. Η αγάπη μου για τη θάλασσα ξεκινάει από παιδί. Πήγαινα μαζί με τον πατέρα μου τα καλοκαίρια για ψάρεμα και τον χειμώνα σχολείο. Το «θαλασσινός συγγραφέας», είναι πιστεύω ο τέλειος χαρακτηρισμός. Και στο πρώτο μυθιστόρημα: «Στη Σκιά του Ψηλού Βράχου» και στο δεύτερο: «Ο Παρατηρητής του Θανάτου», η θάλασσα υπάρχει, είναι εκεί και παρατηρεί. Όπως αναφέρω και στο «Ψαροκόκκαλο», η θάλασσα δεν είναι χωράφι κανενός. Δεν τη σπέρνεις και περιμένεις να θερίσεις. Πρέπει να αφήνουμε χρόνο για αναπαραγωγή και να προστατευτούν τα σημεία αναπαραγωγής των θαλάσσιων ειδών, εάν θέλουμε να υπάρχουν επαρκή αλιεύματα τα επόμενα χρόνια!
 Η θέα της Νάουσας από το μπαλκόνι του σπιτιού του κ. Βεντουρή.
 Η Πάρος είναι ένας κοσμοπολίτικος προορισμός, ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει το νησί και προσελκύει τόσο κόσμο και πώς είναι οι κάτοικοι του νησιού ;
Για μένα η Πάρος τα έχει όλα! Παραλίες μεγάλες και μικρές για κάθε γούστο. Κοσμοπολίτικη ζωή, αλλά και ηρεμία εάν δεν σε ενδιαφέρει η νυχτερινή ζωή. Θα βρεις τα μπαράκια σου, το καλό σου φαγητό, ήσυχα χωριουδάκια να πιεις τη σούμα σου, (ρακί ή τσίπουρο), όπως το λένε αλλού και να ηρεμήσεις. Ακόμη και τον Αύγουστο έχεις αυτές τις επιλογές, κάτι που δεν το βρίσκεις σε άλλα νησιά. Οι κάτοικοι βέβαια δεν είναι όπως τα παλιά αγνά χρόνια. Όλοι γνωρίζουμε ότι με την άνοδο του τουρισμού, σταδιακά η πατροπαράδοτη φιλοξενία των Ελλήνων έχει χαθεί. Ίσως υπάρχει καχυποψία, φόβος και βέβαια αρκετές κλοπές σε σπίτια τα τελευταία χρόνια, συνέβαλαν σε αυτό. Πάντως αν είσαι καλοπροαίρετος θα σου ανοίξουμε την πόρτα μας και θα σε κεράσουμε ένα «φοντάν».
 Τι είναι το Ψαροκκόκαλο για εσάς και τι αντιπροσωπεύει;
Το ψαροκόκκαλο, όπως πολύ σωστά αναφέρεις στην κριτική σου, είναι αυτό που πρέπει να προσέχεις όταν τρως ψάρια. Εάν καθίσει στον λαιμό σου, άντε να το βγάλεις. Ενοχλεί και το λέμε συχνά για συγκεκριμένους ανθρώπους. «Δεν τον γουστάρω αυτόν βρε παιδί μου, εδώ μου κάθεται, στον λαιμό», έτσι δε λέμε πολλές φορές; Είναι όμως και κάτι άλλο. Είναι ο σκελετός του ψαριού, μην το ξεχνάμε. Δηλαδή ένα νεκρό ψάρι! Κι αυτό παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο.
Από την παρουσίαση του ψαροκόκκαλου ( Ο κ. Βεντουρής, η γυναίκα του και ο εκδότης του)
 Θεωρείται ότι ένας serial killer αφήνει πάντα ένα αποδεικτικό στοιχείο στα θύματα του και γιατί;
Οι κατά συρροήν δολοφόνοι κατά τη γνώμη μου θέλουν να τραβούν την προσοχή. Συνήθως έχουν ψυχολογικά προβλήματα, οπότε είναι απρόβλεπτοι. Κάποια στιγμή πιστεύω πως όλοι θέλουν να συλληφθούν για να σταματήσουν το μακάβριο έργο τους. Στα βιβλία και στις ταινίες με αληθινές ιστορίες, βλέπουμε ότι αν όχι όλοι, οι περισσότεροι παίρνουν ή αφήνουν κάτι στα θύματά τους. Αυτή είναι η υπογραφή τους. Ποτέ και κανείς όμως δεν θα είναι σίγουρος για το πώς σκέφτεται και πώς δρα ο θύτης. Ίσως ένας καλός ψυχολόγος σ’ αυτή την περίπτωση, να είναι εκείνος ο οποίος θα βοηθήσει στο να βρεθεί ο ένοχος.
 Θυμάστε να έχουν γίνει εγκλήματα στην Πάρο που να έχουν συνταράξει το νησί;
Εγκλήματα με την έννοια που ρωτάς, όχι δεν έχουν γίνει στην Πάρο. Ούτε εν βρασμό ψυχής, ούτε βέβαια και προμελετημένα. Ατυχήματα έχουν γίνει πολλά και αναφέρω μερικά στο βιβλίο. Έχουν γίνει και αρκετές αυτοκτονίες. Αυτά όμως είναι μεμονωμένα περιστατικά και άτυχες στιγμές για τους ανθρώπους που χάθηκαν. Όχι, τουλάχιστον εγώ δε γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο. Ελπίζω να μην παρασυρθεί κανείς απ’ τα βιβλία μου και αρχίσει τώρα να το σκέφτεται…
 Μέσα στο βιβλίο ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή και με την παράνομη αλιεία που έχει καταστρέψει τον πλούτο της θάλασσας. Θα ήθελα να μας πείτε δυο λόγια γι αυτό και αν πιστεύεται ότι μπορεί να περιοριστεί και ως πιο βαθμό;
Όπως όλες οι παρανομίες, έτσι και η παράνομη αλιεία εξυπηρετεί κάποιους. Κι αυτοί οι κάποιοι δεν είναι μόνο οι ψαράδες. Έχει να κάνει και με τους ιθύνοντες. Οι συναγρίδες, οι σφυρίδες, οι αστακοί… είναι το λάδωμα για να κάνουν μερικοί τα στραβά μάτια. Υπάρχει νόμος και οδηγίες από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την πάταξη της παράνομης αλιείας. Ως είθισται, στην Ελλάδα τα θετικά μέτρα τα αφήνουμε στην άκρη για αργότερα… ε, κάποια στιγμή θα ξεχαστούν. Όχι, δεν πιστεύω πως υπάρχει λύση και θέληση από το κράτος. Μόνο οι τοπικές κοινωνίες ίσως καταφέρουν να περιορίσουν το φαινόμενο. Όπως έγινε εδώ στην Πάρο εφέτος. Μετά από καταγγελίες και επιστολές στους αρμόδιους υπουργούς και στον ίδιο τον πρωθυπουργό, καταφέραμε, τουλάχιστον προσωρινά, να απαγορευτεί η αλίευση ολοθούριων (αγγούρια της θάλασσας), στον κόλπο της Νάουσας από τους Καλύμνιους. Επί τρία χρόνια αλώνιζαν και εξαφάνισαν κάθε μορφή ζωής και όχι ένα ή δυο καΐκια, αλλά επτά και δέκα μερικές φορές!
Το λιμανάκι που έγινε ο πρώτος φόνος.
 Οι ψαράδες λένε πολλές ιστορίες, είναι παραμυθάδες, όπως οι συγγραφείς γράφουν βιβλία. Έχετε ακούσει ιστορίες που θα μπορούσαν να γίνουν μυθιστορήματα;
Οι ερασιτέχνες ψαράδες είναι οι παραμυθάδες, με την έννοια της υπερβολής και του ψέματος. Οι επαγγελματίες πάλι για τη δουλειά τους λένε αντίστροφα ψέματα. Δηλαδή, εάν πιάσουν ψάρια και τους ρωτήσεις πώς πήγε η ψαριά, θα σου απαντήσουν, μπα τίποτα δεν κάναμε και το αντίστροφο. Στα σοβαρά τώρα, τόμους ολόκληρους θα μπορούσες να γεμίσεις με ιστορίες από τους ψαράδες. Θα έλεγα όμως πως αν έγραφα εγώ ένα βιβλίο, θα ήταν με τη μορφή διηγημάτων. Το χιούμορ θα κυριαρχούσε, κι αυτό επειδή τα περισσότερα παραμύθια των ψαράδων, έχουν να κάνουν με αστείες ιστορίες που λένε στα καφενεία και στις παρέες. Είχαμε παλιά κάποιον εδώ στη Νάουσα, ο οποίος έλεγε ότι μια φορά είχε πιάσει ένα κοχύλι τόσο μεγάλο, ώστε χρειάστηκε να γκρεμίσουν την καμάρα που υπάρχει κοντά στο λιμανάκι, για τον περάσουν μέσα από τα στενά του χωριού. Το ωραίο είναι ότι τα πίστευε κι όλας! Ένας άλλος είχε γράψει σε κασετόφωνο την πρόγνωση του καιρού με μεγάλη φουρτούνα. Περίμεναν οι ψαράδες στο καφενείο να ακούσουν την πρόγνωση της επόμενης μέρας και όταν άκουσαν το δελτίο θυέλλης, έμειναν όλοι σπίτια τους και δεν πήγε κανείς τους για ψάρεμα. Όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα άπνοια, όλοι αναρωτιόντουσαν πώς έγινε αυτό. Όταν βέβαια έμαθαν ποιος ήταν ο υπαίτιος, δε χρειάζεται να σας πω τι άκουσε. Υπάρχουν βέβαια και δραματικές ιστορίες με πνιγμούς ναυτικών, αλλά αποφεύγουν να τις συζητούν. Όπως πολύ καλά γνωρίζεις, οι περισσότεροι ψαράδες είναι προληπτικοί!
 Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή, τραγούδι είναι ή η φωνή των πνιγμένων; Δανείζομαι μία έκφραση από το βιβλίο και θα ήθελα να μου την σχολιάσετε γιατί μου έκανε πραγματικά πολύ εντύπωση.
Αυτό το δανείστηκα από ένα απόφθεγμα του Καβάφη. Στο βιβλίο μέσα έχει τη σημασία του. Υπάρχει η έκτη αίσθηση της γυναίκας τού αστυνόμου, η οποία επιμένει πως δεν είναι ούτε το ένα, ούτε και το άλλο. Η Χρυσούλα Ρούσσου-Φωκά έχει χάσει δυο αδέλφια από πνιγμό και παίζει σημαντικό ρόλο στο δεύτερο μυθιστόρημα. Διαβάζονται ανεξάρτητα τα τρία βιβλία, αλλά είναι προτιμότερο να έχεις διαβάσει το δεύτερο πριν το τρίτο. Σημαντικό ρόλο γι αυτή της την επιμονή, παίζει ένας πίνακας άγνωστου ζωγράφου που είδε στο σπίτι μιας φίλης της. Η συνέχεια στο «ψαροκόκκαλο».
 Την θάλασσα εμείς την χαρακτηρίζουμε μπλε ή γαλάζια αλλά για τους θαλασσινούς μπορεί να πάρει πολλά επίθετα, όπως λυπημένη κτλ. Πως θα χαρακτηρίζατε την θάλασσα εσείς και γιατί;
Αναφέρω μέσα στο βιβλίο έναν μύθο τού Αισώπου, για να καταλάβουμε πόσο καμιά φορά τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται με μια πρώτη ματιά. Η θάλασσα κρύβει τα δικά της μυστικά και πολλές φορές είναι γκρίζα, μουντή και μοιάζει κακόκεφη και στεναχωρημένη. Στο βιβλίο ένα πεντάχρονο κοριτσάκι θεωρεί πως η θάλασσα είναι πάντα λυπημένη. Ναι, πιστεύω ότι από ένα παιδί μπορείς να μάθεις αρκετά πράγματα. Ο απλός τρόπος σκέψης, βοηθάει καμιά φορά να βρίσκουμε λύσεις εκεί που πιστεύαμε πως δεν υπάρχει καμία. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με τους τρελούς. Το λέει άλλωστε και η παροιμία.
Για μένα η θάλασσα είναι η ίδια μας η ζωή. Όπως το σώμα μας έτσι και ο πλανήτης γη, έχει την αναλογία του σε νερό. Είναι βέβαια και ζωντανή. Κάθε μέρα αλλάζει μορφή. Δανείζεται χρώματα από τον ουρανό, τα σύννεφα, τον βυθό. Η θάλασσα είναι μια πανέμορφη γυναίκα… με τα πάνω της… και τα κάτω της!
Λιμανάκι του πρώτου φόνου.
 Όλα τα ανθρώπινα πλάσματα έχουν τρεις ζωές: Τη δημόσια, την ιδιωτική και τη μυστική. Θεωρείται ότι οι ήρωες σας δεν αποτελούν εξαίρεση από αυτό;
Κανένας κατά τη γνώμη μου δεν αποτελεί εξαίρεση. Ούτε και οι δικοί μου ήρωες αποτελούν εξαίρεση. Όλοι μας έχουμε τρεις ζωές. Ακόμη και ο πιο αγνός άνθρωπος, έχει κάπου καλά κρυμμένο το δικό του μυστικό. Γράφω στο βιβλίο για έναν μοναχικό Καλύμνιο, τον Νικήτα τον ερημίτη, έναν ήπιο λιγομίλητο άνθρωπο, για να καταλάβουμε όλοι ότι κανείς μα κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα.
Η δημόσια ζωή είναι αυτή που φαίνεται και δείχνουμε σε όλον τον κόσμο προς τα έξω. Η ιδιωτική είναι η εικόνα μας ανάμεσα στην οικογένειά μας και στους φίλους μας. Η μυστική είναι μόνο δική μας. Όλοι μας κάτι έχουμε να κρύψουμε και που δεν θέλουμε να το ξέρει κανείς. Από το πιο απλό έως και το πιο πολύπλοκο μυστικό. Και μη βρεθεί κάποιος να μου πει ότι δεν έχει κανένα, δεν θα τον πιστέψω. Δε χρειάζεται να είναι κολάσιμο αμάρτημα ή ποινικό παράπτωμα. Και κάτι πολύ απλό να είναι, απ’ τη στιγμή που θα πεις στον εαυτό σου, αυτό δε λέγεται, έχεις πια τη δική σου μυστική ζωή.
Τι είναι η ανάγνωση για εσάς και ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας;
Ξεκίνησα να διαβάζω, όπως έχω ήδη αναφέρει από πολύ μικρός. Η ανάγνωση για μένα ήταν μια από τις χαρές της ζωής και εξακολουθεί να είναι. Πρώτα Λουντέμη και μετά Καζαντζάκη. Ο Καζαντζάκης βέβαια έχει μείνει μέσα μου. Τα έχω διαβάσει όλα, ακόμη και τα ταξιδιωτικά. Στη βιβλιοθήκη μου έχω τα βιβλία από τις πρώτες εκδόσεις. Όπως κατάλαβες λοιπόν, πρώτο βάζω τον Καζαντζάκη. Μετά έχουμε τον Παπαδιαμάντη, τον Καρκαβίτσα, τον Καραγάτση και όλους τους ποιητές. Από τον Σεφέρη, Ελύτη, Καβάφη, Ρίτσο, δε χρειάζεται να τους αναφέρω όλους, καταλαβαίνεις. Από τους πλέον αγαπημένους μου στην εποχή του ήταν ο Τζακ Λόντον και βέβαια ο Μαρκές, αν και τα εκατό χρόνια μοναξιάς το έπιασα και το άφησα πάνω από πέντε φορές λόγω των ονομάτων. Όταν όμως πέρασα αυτόν τον σκόπελο, τι να πω… μαγεία. Ένα άλλο βιβλίο το οποίο με σημάδεψε, ήταν το όνομα του ρόδου, του Ουμπέρτο Έκο. Χάθηκα στις σελίδες του. Ο πρώτος σίριαλ κίλερ που διάβασα σε βιβλίο, με τέλος απίστευτο. Κίνητρο των φόνων… το γέλιο!
Για να περάσουμε όμως και στην αστυνομική λογοτεχνία, η Αγκάθα Κρίστι ήταν εκείνη η οποία με επηρέασε για να ξεκινήσω να γράφω. Κάποιοι λένε πως δεν χρειάζονται ιδιαίτερες σπουδές για να γράψεις ένα βιβλίο, αρκεί μόνο να διαβάζεις, να διαβάζεις, να διαβάζεις! Εγώ λοιπόν διάβαζα και διαβάζω πάρα πολύ. Απλά κάποια πολυδιαφημισμένα βιβλία τώρα τελευταία με έχουν απογοητεύσει. Μάλλον απευθύνονται σε νέους αναγνώστες, διότι χρησιμοποιούν κατά κόρον ευρήματα άλλων συγγραφέων και τα πλασάρουν για δικά τους. Τέτοια βιβλία μένουν στη μέση, μερικά πάνε στον κάλαθο των αχρήστων και μετά κλαίω τα λεφτά μου.
Εκτός όμως από τους ξένους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, έχουμε και εξαιρετικούς Έλληνες. Για ευνόητους λόγους δε θέλω να αναφέρω ονόματα, επειδή οι καλοί είναι πολλοί και σίγουρα κάποιον θα αδικήσω.
Δε θα μακρηγορήσω άλλο. Σου έδωσα ένα μικρό δείγμα. Να συμπληρώσω επίσης, ότι μου αρέσει η μουσική, παίζω κιθάρα, μ’ αρέσει η φωτογραφία, το σκάκι, το ψάρεμα βέβαια… και πολλά άλλα ακόμη.
Η αγάπη του συγγραφέα και για τις μηχανές. ( παλιά φωτογραφία)
Σας ευχαριστώ θερμά για την συζήτηση μας και εύχομαι να είστε πάντα δημιουργικός.
Παρασκευή να είσαι πάντα καλά, να διαβάζεις και να μας κρίνεις. Σε ευχαριστώ από καρδιάς για τη συνέντευξη αυτή.

 Η άποψη μου για το βιβλίο

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Νικόλας Π. Βεντουρής - Home | Facebook

Ο Νικόλας Π. Βεντουρής γεννήθηκε στη Νάουσα της Πάρου, το 1957. Τελείωσε το Γυμνάσιο εκεί και μετά πήρε πτυχίο από τη σχολή Εργοδηγών Ηλεκτρολόγων στον Πειραιά. Εργάστηκε στην Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, στον Α.Σ.Π. Πάρου. Από μικρός τού άρεσε το διάβασμα και η γραφή και έχει γράψει ποιήματα, τα περισσότερα εμπνευσμένα από τη θάλασσα και τη ζωή των ψαράδων. Επηρεασμένος από τα έργα τής Αγκάθα Κρίστι και άλλων αντίστοιχων συγγραφέων τής αστυνομικής λογοτεχνίας, κάνει το ντεμπούτο του στον συγγραφικό κόσμο, με το μυθιστόρημα «Στη σκιά του ψηλού βράχου», το οποίο κυκλοφόρησε και σε δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση. Το 2018 κυκλοφορεί το δεύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλο: «Ο παρατηρητής τού θανάτου».
Ζει μόνιμα στην Πάρο με την οικογένειά του.
Επικοινωνία: nikolasven@yahoo.gr https://www.facebook.com/Nikolaos Ventouris/
Για το Love Book Diary
Παρασκευή Παρίσση