Στο βάθος της σκηνής της Bayerische Staatsoper, η Μαρία Κάλλας κοιμάται ή είναι ήδη νεκρή στο κρεβάτι της. Την πλησιάζει ένας άντρας, αυτός που ράγισε την καρδιά στη σύντομη ζωή της, ο ίδιος άντρας που οδήγησε στον θάνατο τις ηρωίδες που έχει ενσαρκώσει στη σκηνή. Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς που ερμηνεύει τη μεγαλύτερη ντίβα της όπερας, σαν σε όνειρο, ταξιδεύει σε επτά σκηνές όπερας, με τις άριες που έκαναν την Κάλλας αθάνατη.

Τις ακούμε από την άλλη άκρη της σκηνής, από την Μπρούνα, την πιστή υπηρέτρια στην αληθινή ζωή της Κάλλας και κληρονόμο της περιουσίας της, που την υποδύονται επτά σοπράνο, η Hera Hyesang Park, η Selene Zanetti, η Leah Hawkins, η Kiandra Howarth, η Nadezhda Karyazina, η Adela Zaharia και η Lauren Fagan και ερμηνεύουν τις άριες “Addio del passato”από τη La traviata, “Vissi d’arte” από την Tosca, “Ave Maria” από το Otello, “Un bel dì vedremo” από τη Madama Butterfly, “Habanera” από την Carmen, “Il dolce suono” από τη Lucia di Lammermoor και την πιο σημαντική από όλες τις άριες στην καριέρα της Κάλας, την “Casta Diva” από τη Norma.

Σε επτά σκηνές, σε βίντεο, σαν σε ταινίες μικρού μήκους, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς κάνει επτά ταξίδια στην καριέρα της Κάλλας, στους επτά οπερετικούς της θανάτους αναπαριστώντας τις σκηνές θανάτου, δίνοντας τη δική της ερμηνεία, ύφος και οπτική στον χαρακτήρα των ηρωίδων που σφράγισε με τη φωνή και το υπερβατικό ταλέντο της η Κάλλας.

Την 1η Σεπτεμβρίου έγινε η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας 7 Deaths of Maria Callas, η οποία μεταδόθηκε σε live streaming, το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου. Στην επιβλητική αίθουσα της Bayerische Staatsoper, του Μονάχου, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς επέλεξε να φιλμάρει το τραγικό τέλος επτά ηρωίδων της όπερας, σαν φόντο του αληθινού θανάτου της Κάλλας. Η Βιολέτα πεθαίνει από φυματίωση, η Κάρμεν από μαχαίρι, η Δυσδαιμόνα από έναν πύθωνα που τη στραγγαλίζει, η Τόσκα πέφτει στο κενό, η Νόρμα οδηγείται στην πυρά, η Λουτσία τρελαίνεται και καταρρέει, ενώ για το τέλος της Μαντάμα Μπατερφλάι η Αμπράμοβιτς επιλέγει να πεθάνει από ακτινοβολία.

Η τελευταία σκηνή του έργου, είναι ο θάνατος της Μαρίας Κάλλας, στο παρισινό της διαμέρισμα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, σε ηλικία 54 ετών. Μπορεί το σώμα της Κάλλας να πέθανε αλλά η φωνή της δεν έσβησε ποτέ. Η φωνή της όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά η ίδια ζει μέσα από τη φωνή της για πάντα.

«Για 25 χρόνια ήθελα να δημιουργήσω ένα έργο αφιερωμένο στη ζωή και την τέχνη της Μαρίας Κάλλας. Είχα διαβάσει όλες τις βιογραφίες για αυτήν, άκουσα την εξαιρετική φωνή της και παρακολούθησα τις κινηματογραφημένες εμφανίσεις στις παραστάσεις που έδωσε. Γοητεύομαι πάντα από την προσωπικότητά της, τη ζωή της – και τον θάνατό της», γράφει στην αυτοβιογραφία της η Αμπράμοβιτς.

«Πέθανε γιατί ράγισε η καρδιά της, πέθανε όπως πολλοί από τους χαρακτήρες που ερμήνευσε», λέει η Μαρίνα Αμπράμοβιτς για την Κάλλας, που είδε την ιδέα της να παίρνει σάρκα και οστά μετά από 30 χρόνια, τελικά,  και εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού. Η πρόθεσή της να φωτίσει με μια όπερα που αποτίει φόρο τιμής στην Κάλλας ήταν κάτι πέρα από επιθυμία και ως γνωστόν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς είναι ακατάβλητη όταν βάζει κάτι στο μυαλό της. Της πήρε οκτώ χρόνια για να πάρει άδεια από την Κίνα και να περπατήσει στο Σινικό Τείχος το 1988 με τον Ουλάι για να δώσουν αυτό το εντυπωσιακά δραματικό τέλος στη σχέση τους, δώδεκα χρόνια για να κάνει τα Seven Easy Pieces στο Γκουγκενχάιμ το 2005.

Ο χρόνος δε σημαίνει τίποτα για την Αμπράμοβιτς και το έχει αποδείξει με τις πολύωρες περφόρμανς ακινησίας, που δείχνουν την αδάμαστη θέληση και αυτοπειθαρχία της και μέσα στις πρωτόγνωρες συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού άρχισε τις πρόβες της όπερας. Αν υπάρχει κάποιο δίδαγμα αυτής της εποχής για το οποίο μιλά η πιο συζητημένη και αμφιλεγόμενη καλλιτέχνης της εποχής μας είναι η επιστροφή στην απλότητα. Η κατανόηση της φύσης και της ανθρώπινης επαφής. «Πρέπει να επιστρέψουμε στην απλότητα, αλλιώς είμαστε πραγματικά χαμένοι», λέει σε μια συνέντευξή της.

Τόσο για την Κάλλας όσο και για την Αμπράμοβιτς, τέχνη είναι η ίδια τους η ζωή:

«Θα μπορούσε η τέχνη, να απομονωθεί από τη ζωή; Άρχισα να νιώθω όλο και πιο έντονα ότι η τέχνη πρέπει να είναι ζωή», γράφει η Αμπράμοβιτς στην αυτοβιογραφία της. «Θέλω να αναπαράγω τις σκηνές θανάτου από επτά όπερες – επτά φορές που η Μαρία Κάλλας πέθανε μπροστά μου», λέει. Η Αμπράμοβιτς πιστεύει ότι στους σκηνικούς θανάτους την Κάλλας, τη σκοτώνει πάντα ο ίδιος άντρας που ήταν και εραστής της στην αληθινή ζωή, ο Ωνάσης. Αυτόν σκεφτόταν όταν ερμήνευε με συγκλονιστικό τρόπο τις άριές της. Και επιλέγει τον Γουίλεμ Νταφόε ως δολοφόνο της σε ένα έργο που όπως λέει είναι πολύ κοντά στην καρδιά της, που περιγράφει τον θάνατο μιας σπασμένης καρδιάς, τον θάνατο από αγάπη.

Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς ήταν 14 ετών, όταν άκουσε για πρώτη φορά τη φωνή της Μαρίας Κάλλας και έκτοτε αυτή η φωνή τη στοιχειώνει. «Δεν ξέρω τι έκανα, αλλά ήμουν στην κουζίνα με τη γιαγιά μου και θυμάμαι ότι πάγωσα. Κυριολεκτικά, ο χρόνος σταμάτησε, τίποτα δεν κινήθηκε. Έβαλα το ραδιόφωνο στη διαπασών και αυτή η φωνή απλά γέμισε τον χώρο… υπήρχε ηλεκτρισμός στον αέρα», λέει σε μια συνομιλία της με τον Nikolaus Bachler, διευθυντή της Bayerische Staatsoper. Μπορεί να μην κατάλαβε τίποτα από αυτό που έλεγαν οι άριες, αλλά η Αμπράμοβιτς έβαζε τα κλάματα κάθε φορά που άκουγε τη φωνή της Κάλλας, να μεταδίδει μέσα από τη δόνησή της συναισθήματα πόνου και θλίψης.

Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς επιλέγει να κλείσει την όπερά της με τον θάνατο της Κάλλας στο διαμέρισμά της. Είναι μια ηδονοβλεπτική ματιά στις τελευταίες ώρες μιας θρυλικής  γυναίκας που η μυθολογία τόσο της δημόσιας όσο και της ιδιωτικής ζωής και η αξεπέραστη φωνή της ανανεώνουν διαρκώς το ενδιαφέρον του κοινού. Η Κάλλας ξυπνά στο μεγάλο της δωμάτιο, φορά τα γυαλιά της και ξεχωρίζει από τις φωτογραφίες της αυτή με τον Ωνάση. Χωρίς αίσθηση του χώρου και του χρόνου, χωρίς θέληση για ζωή, με ραγισμένη καρδιά, βγαίνει από το δωμάτιό της και χάνεται για πάντα. Το δωμάτιό της κλείνει και όλα σκεπάζονται με μαύρα πανιά. Ως φινάλε, η Αμπράμοβιτς φορώντας ένα ολόχρυσο φόρεμα του Ρικάρντο Τίσι που έχει υπογράψει όλα τα κοστούμια της παράστασης, στέκεται ενώ ακούγεται η “Casta Diva”.

Στη μιάμιση ώρα που διαρκεί αυτή η παραγωγή, που συνδυάζει μια παράσταση όπερας με βίντεο και στοιχεία περφόρμανς, η Αμπράμοβιτς  γεφυρώνει τον μύθο, τη δική της αφήγηση και τα βιογραφικά στοιχεία της Κάλλας σε μια όπερα – ωδή στον έρωτα και το πάθος δίχως όρια, και υποκλίνεται στο μεγαλείο της αγάπης σε μία από τις πιο εννοιολογικές προσεγγίσεις που έχουν γίνει για τη ζωή και το τέλος της Μαρίας Κάλλας.

Πηγή: elculture.gr