Ἀναπνέω

τὴ γαλήνη τῶν ἀπόμακρων

βράχων

Τὴν μοναξιὰ τόσων ἀπουσιῶν

μὲ ρώμη ἀμετακίνητη

ἀφειδώλευτη μὲ μιὰν ἱκάνωση ὡρίμανσης

Στὶς ἀπολήξεις τους ἀκροπατῶ

Στὴν περιοχὴ τῶν λαθῶν

μὲ τὸ μώβ

στῶν σκέψεών μου τὴν ἄπνοια

εἰσέρχομαι

γόνιμος μόνος παραδομένος σὲ νηφάλια μέθη

χῶμα βαθύβουο κατακλυσμένο

ἀπὸ ριγηλὴ τρυφερότητα

Στὴ κρύπτη μου σφραγισμένο τὸ χαμόγελο

γιατὶ

ὁ έρωτας ὡς πόνος ἔλλειψης

καταφέγγει πυρώνει κατακαίει φεύγοντας

γιατὶ ὁ ἔρωτας στάχτη πικρὴ μένει καὶ  στὰ χείλι

ἐκρέει φαρμάκι

Στὶς ἧττες ποὺ τὴν εὔνοια τοῦ οὐρανοῦ

αἰχμαλωτίζουν εἰσέρχομαι ὡραῖος

ἀγαπητὸς τῶν πουλιῶν

μαζὶ τους πετῶ στόν αἰθέρα

ἐνοράσεις ἔνυλες

μπουκιὰ μπουκιὰ τὴν πίκρα ἀποτινάζω ἀπ τὸ πηρούνι μου

ἔστω κι ἄν

τὸ μαῦρο ἀνέλαβε νὰ μαυρίσει ὅλες τὶς προοπτικὲς

καὶ ἡ μπίλια ἁρπακτικὸ πουλὶ πάνω του κάθεται

εὐλογητὴ βροχὴ

ψηλαφῶ τὸ ὑπέρλαμπρο θαῦμα

κάπου ἐκεῖ τὸ ξέρω παραμονεύει ὁ φονιᾶς

κι οἱ ἄνθρωποι παράγουν πόνο πόνο πολύ

κι ὅμως

Ἀναπνέω

τὴν φυλλοροὴ τόσων φθινοπώρων

στὴν ξέχελη τῶν δακρύων ἀποθήκη μου

στὴν ὀλονύχτια συντριβή ἀγρυπνῶ

πῶς μετὰ τὴ πτώση ἀναδύεται ζωὴ

τὰ ρίγη τοῦ θανάτου

πῶς μαζί μου

ὁδοιποροῦν χαρμόσυνη πραγματικότητα

βαθιὰ ἡ νύχτα στὸ προσκεφάλι μου

ξεχειλίζει

λεηλατοῦμαι

τρέμει ἡ ψυχή

τὶς ἀνελέητες πληγὲς καταφιλεῖ

πρός τὸ φωτισμένο τερματισμὸ

προχωρῶ

σταλάζω ἀπὸ τὰ ἔγκατα τρυφερότητα

κι ἄς εἶναι νωποὶ οἱ τάφοι τῶν ἐλπίδων

νόθα τὰ μοσχεύματα στὸ κιτρινισμένο χαρτὶ μου

στὸ θαῦμα τῶν λέξεων νοσταλγικὴ τρυφερότητα

ὡριμάζει

μὲ λέξεις-οὐσίες ζῶ

παλιὲς ἐπιστολὲς στὸ αἰνιγματικὸ χάος μου

πόσος καιρὸς

πόση σιγὴ

καὶ κείνη ἡ ὀρχήστρα νὰ ἀναμέλπει

τῶν χαμένων καιρῶν τὴν ἀδαπάνητη τρυφερότητα

ποτάμι βουβὸ

μέσα σὲ λέξεις κατατοξευμένης ψυχῆς

μὲ ὁρμὴ καταιγιστικὴ ἐρημώνω τὴν ψυχὴ μου

γιὰ νὰ ἀναπνεύω

ἔστω

γιὰ τὴν τρυφερότητα τὰ τελευταία

τοῦ βίου μου σκοτάδια

κι ὅμως δὲν ντρέπομαι

ἀναπνέω ἀκόμη

Γιάννης Μασμανίδης