Η πιο δύσκολη μάχη που έπρεπε να δώσει ήταν με την αβεβαιότητα. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μιας κλινικής COVID-19, ο 33χρονος Χρήστος Χριστοδουλόπουλος δεν ήξερε πώς θα κυλούσαν οι επόμενες ημέρες. Η ασθένεια είχε κινηθεί ύπουλα, χωρίς έντονα, εξόφθαλμα σημάδια. Δεν τον ταλαιπώρησε βήχας ή δύσπνοια, αλλά οι εργαστηριακές μετρήσεις έδειχναν ότι η λοίμωξη επεκτεινόταν στους πνεύμονες. Δεν ήξερε εάν θα επιδεινωθεί η υγεία του, εάν θα έπιανε η φαρμακευτική αγωγή που του είχαν χορηγήσει ή πότε θα λάμβανε εξιτήριο. Στον ίδιο θάλαμο είδε έναν νοσηλευόμενο με τα διπλά του χρόνια να αποφεύγει τελευταία στιγμή τη διασωλήνωση.

Αυτή η δυσκολία στην πρόγνωση, τουλάχιστον κατά τα πρώτα στάδια της νοσηλείας του, λέει ότι μεγάλωσε και την αγωνία του. Τελικά δεν χρειάστηκε να οδηγηθεί σε μονάδα εντατικής θεραπείας και έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο «Σωτηρία» έπειτα από 12 ημέρες. Εισήχθη στις 24 Σεπτεμβρίου και επέστρεψε στο σπίτι του στις 6 Οκτωβρίου.

Δεν είναι ο μόνος ασθενής χωρίς υποκείμενα νοσήματα και νέος ηλικιακά που χρειάστηκε να παραμείνει σε κλινική COVID-19. Θυμάται ότι κατά τη διαλογή είδε άλλους δέκα συνομηλίκους του, κάποιοι εκ των οποίων βγήκαν θετικοί και άλλοι που είχαν προσέλθει στο νοσοκομείο με ύποπτη συμπτωματολογία.

«Ημουν προσεκτικός. Φορούσα μάσκα στα επαγγελματικά μου ραντεβού, έβαζα αντισηπτικό στα χέρια, δεν είχα πάει στα γενέθλια καλού μου φίλου γιατί θεωρούσα ότι οι εννιά καλεσμένοι θα ήταν πολλοί», λέει στην «Κ». «Ανησυχούσα στην αρχή μήπως κολλήσω τους γονείς μου, θεωρούσα ότι αφορά κυρίως εκείνους. Τελικά δεν ξέρεις ποια ηλικία θα ακουμπήσει».

Οι κάτω των 40

Η εξέλιξη του δεύτερου κύματος στην Ελλάδα δείχνει, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των ειδικών, ότι ο νέος κορωνοϊός έχει μεγάλη διασπορά στην ηλικιακή ομάδα κάτω των 40 ετών. Στην Αττική ο μέσος όρος ηλικίας των ενεργών κρουσμάτων είναι τα 33 έτη και στη Θεσσαλονίκη τα 30. «Η επιδημιολογική αύξηση καθοδηγείται από την ηλικιακή ομάδα 18-39 ετών σε ποσοστό 60%-70% περισσότερο από το αναμενόμενο», ανέφερε πρόσφατα ο επίκουρος καθηγητής Ιατρικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, Γκίκας Μαγιορκίνης.

Οι περισσότεροι ασθενείς αυτών των ηλικιών είτε θα παραμείνουν ασυμπτωματικοί είτε θα περάσουν ήπια τη νόσο. Ωστόσο δεν αποκλείεται ορισμένοι να χρειαστούν πολυήμερη νοσηλεία ή και να διασωληνωθούν όπως συνέβη στο Ασκληπιείο Βούλας με έναν 25χρονο από την Τήνο, ο οποίος έλαβε πρόσφατα εξιτήριο. Ο νεαρός είχε μεταφερθεί με αεροδιακομιδή σε ειδική κάψουλα μέσω της Σύρου στην Αθήνα στα τέλη Σεπτεμβρίου και χρειάστηκε να μπει σε ΜΕΘ λίγες ημέρες μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων.

Αν και είναι αρκετά δύσκολο να ιχνηλατήσει κάποιος από πού μπορεί να κόλλησε τον νέο κορωνοϊό, ο κ. Χριστοδουλόπουλος θεωρεί ότι στην περίπτωσή του αυτό μπορεί να συνέβη από μια φιλική επίσκεψη στο σπίτι του. «Δεν φιληθήκαμε, δεν αγκαλιαστήκαμε, κρατήσαμε αποστάσεις», λέει.

«Δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά, αλλά συνδυάζονται οι μέρες». Αργότερα το άτομο που είχε συναντήσει βρέθηκε θετικό στον ιό, χωρίς να έχει παρουσιάσει κάποιο σύμπτωμα.

to-deytero-kyma-parasyrei-kai-toys-neoys0

Ο Χρήστος Χριστοδουλόπουλος κατά τη νοσηλεία του στο «Σωτηρία».

Για τον κ. Χριστοδουλόπουλο οι πρώτες ημέρες καραντίνας στο σπίτι του ως στενή επαφή κρούσματος κύλησαν με ήπια εξάντληση, λίγο πόνο στην πλάτη και χαμηλό πυρετό. Οι πρώτες οδηγίες που του δόθηκαν από τον ΕΟΔΥ δεν ήταν να υποβληθεί σε τεστ για τον νέο κορωνοϊό, αλλά να παραμείνει σε απομόνωση στο σπίτι. Ωσπου την έκτη ημέρα ανέβηκε ο πυρετός και τον συμβούλευσαν να μεταβεί σε νοσοκομείο.

Οταν εισήχθη στο «Σωτηρία» λέει ότι ο πυρετός του είχε φτάσει στο 39,2. «Δεν είχα δύσπνοια, αλλά οι εξετάσεις έδειξαν ότι είχε πέσει πολύ ο κορεσμός στο οξυγόνο. Η πνευμονία είχε ήδη επεκταθεί χωρίς να το πάρω χαμπάρι», λέει και προσθέτει ότι εάν είχε στο σπίτι του ένα οξύμετρο θα μπορούσε να παρακολουθήσει καλύτερα την πορεία της υγείας του για να μην αιφνιδιαστεί και ρισκάρει να χαθεί κρίσιμος χρόνος μέχρι τη νοσηλεία του.

Στις παρέες του, όπως λέει, μέχρι και πρόσφατα άκουγε κριτική απέναντι στα μέτρα περιορισμού της διασποράς της νόσου. «Η αγωνία του αν θα πιάσουν τα φάρμακα όμως δεν συγκρίνεται με καμία έλλειψη βόλτας», τονίζει.

Στο ίδιο νοσοκομείο κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας νοσηλεύτηκε και ένας 43χρονος ο οποίος μίλησε στην «Κ» τον περασμένο Απρίλιο υπό τον όρο της ανωνυμίας. Και αυτός βρισκόταν εκτός του ηλικιακού φάσματος για πιθανή βαριά νόσηση. Με άρτιες αιματολογικές εξετάσεις και αθλητικό παρελθόν, δεν ανήκε σε κάποια ευπαθή ομάδα. «Ο ιός όμως με “δάγκωσε”», είχε πει τότε.

Εκδήλωσε και αυτός πνευμονία και έμεινε κλινήρης για 20 ημέρες προτού λάβει εξιτήριο. Σήμερα λέει ότι τους επόμενους μήνες αντιμετώπισε παράδοξες αντιδράσεις από μερίδα κόσμου που μάθαινε την ιστορία του. Ορισμένοι, εκτός του στενού του κύκλου, άκουγαν με καχυποψία όσα έλεγε. «Θεωρούσαν ότι αυτό που τράβηξα ήταν μια γριπούλα και ότι αντέδρασα υπερβολικά», λέει.

H αποκατάσταση

Τον περασμένο Μάρτιο, όταν είχε νοσηλευθεί στο «Σωτηρία» ο 43χρονος, η διεθνής επιστημονική κοινότητα δεν είχε αποκτήσει ακόμη τις σημαντικές γνώσεις για τη νόσο που συνέλεξε στην πορεία. Γίνονταν δοκιμές σε θεραπευτικά πρωτόκολλα και η COVID-19 ήταν εν πολλοίς ένας άγνωστος εχθρός. Σήμερα ευχαριστεί ξανά το προσωπικό που τον περιέθαλψε και λέει ότι οι πνεύμονές του επανακάμπτουν, αργά αλλά σταθερά.

Μετά το εξιτήριό του αναφέρει ότι εμφάνισε πόνους στο κεφάλι, πιασίματα στον λαιμό, μουδιάσματα που δεν είχε ξανανιώσει στο παρελθόν. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε δεν έδειχναν κάτι και αυτό τον επιφόρτισε με πρόσθετο άγχος. Περιγράφει την κατάσταση σαν μια «ομίχλη εγκεφάλου». Δεν αποκλείει πάντως, έπειτα από επισκέψεις και σε ορθοπεδικό, αυτό να προκλήθηκε από κάποιον τραυματισμό στον αυχένα κατά το διάστημα που έμεινε ξαπλωμένος στην κλινική. Πέρα από την ίδια τη νόσο, και η πολυήμερη νοσηλεία μπορεί να αφήσει σε κάποιους ασθενείς για ορισμένο διάστημα το αποτύπωμά της.

Αφού επέστρεψε πρόσφατα στο σπίτι του, ο κ. Χριστοδουλόπουλος λέει ότι για μία εβδομάδα αισθανόταν αδυναμία. Φοβήθηκε την πρώτη ημέρα να βαδίσει μέχρι το μπάνιο. «Δεν ήξερα αν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου», λέει. Πλέον έχει επανέλθει στην εργασία του. «Αντιλαμβάνομαι την κόπωση του κόσμου και τις αντιδράσεις για τα μέτρα, υπάρχει ένας διαρκής φόβος. Καταλαβαίνω ότι εάν κάποιος δεν έχει κρούσμα στο κοντινό του περιβάλλον μπορεί να μην έχει πλήρη εικόνα τού τι μπορεί να προκαλέσει αυτή η ασθένεια, αλλά πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί», τονίζει. «Δεν χρειάζεται να το ζήσουμε για να προσέχουμε».

Πηγή: kathimerini.gr