Είχατε ξαναπεράσει πολλές φορές από αυτό το σημείο. Ακούγοντας το κουδούνι, ξεχυνόταν η ορμή της νιότης στο στενό δρομάκι, μαζί με τα γέλια και τις φωνές συμμαθητών και φίλων, με χέρια που χαιρετούσαν, καρδιές που άνοιγαν, κεφάλια σαν ηλιοτρόπια που έγερναν προς τον ήλιο και χαίρονταν τη ζωή!

Κάποιες φορές, είχατε ακουμπήσει σ΄ αυτόν τον τοίχο, είχατε κλείσει τα μάτια και ονειρευόσασταν το μέλλον σας…

Στη ζέστη βρίσκατε στο δρομάκι αυτό τη δροσιά της σκιάς, στο κρύο την απανεμιά, κάποιες φορές σκεφτόσασταν να γράψετε συνθήματα, στα δύσκολα δίνατε μια στον τοίχο με το πόδι και έφευγαν τα συννεφάκια από μέσα σας…

Διαδρομή καθημερινή, σε ένα δρομάκι που έμελλε να τερματίσει τη ζωή, την ευτυχία, το μέλλον, τα ταξίδια που θα κάνατε, τις ομορφιές που θα απολαμβάνατε, τη θάλασσα που θα σας ταξίδευε, τον ουρανό που θα σας συντρόφευε, τον ήλιο που θα σας καλημέριζε…

Ένα δρομάκι, που άφησε αδειανές δυο θέσεις στα θρανία, έναν κόμπο στο λαιμό των συμμαθητών, ένα σφίξιμο στην ψυχή των καθηγητών, ένα δάκρυ στα μάτια όλων…

Είχε χτυπήσει το κουδούνι, έξω σας περίμενε η ζωή, περνούσατε μπροστά από τον τοίχο, εκεί που ίσως ψιθυριστά λέγατε τα μυστικά σας, ίσως και να είχατε παίξει εκεί αγαλματάκια, ίσως να τα είχατε φυλάξει στο κρυφτό, τότε που μετρούσατε, 5 – 10 – 15…. Το 20 δεν ήρθε, ο τοίχος ζήλεψε τις τρυφερές φωνές, τα παιδικά σας όνειρα, τα εφηβικά σας μυστικά και σας έριξε την αυλαία…