Πίσω ἀπ’ τὴ σιωπὴ

σὲ ἀναγνωρίζω ἀπ’ τὴ φωτιὰ σου

περισφίγγεις τὴν καρδιὰ περίτεχνα μοναδικὰ

σὰν νὰ ἑτοιμάζεις ἐπίθεση ὁλομέτωπη

πῶς νὰ ἀντέξω

ποῦ νὰ κρυφτῶ δὲν ξέρω

τὸ χάραμα σαστίζει κι αὐτὸ

μὲ τὰ δεδουλευμένα τοῦ χειμώνα σου στὴν τσέπη μου

γιὰ ἀνταμοιβὴ

πῶς σὲ ψιθυρίζω ἀκατάπαυστα ἀκόμη

οἱ λέξεις σου  μὲ πετροβολοῦν

δέν ξεκουράζονται ποτὲ

σπάζουν τὰ κλωνάρια μου

μὲ πονοῦν

Τὸ σκοτάδι προχωρεῖ  διψασμένο

μέσα στὰ κόκκαλά μου

στὸ ψωμὶ μου

γιὰ ἕνα βλέμμα σου

κι ἄλλα βήματα στὴ σιωπὴ κάνω μόνος πάλι

ἀναγκαστικὰ

 

εὐτυχῶς

στὴ σιωπὴ  ἔχω τρόπο νὰ μπαινοβγαίνω μέσα της

ἐκεῖ νὰ σ’ ἀγαπῶ  σὰν ὅλα τὰ ἀνορθόγραφα λάθη μου

τὰ μάτια σου πράσινα  δέν ξέρω

– ἀρνοῦμαι νὰ θυμηθῶ-

στὴ σκοτεινὴ γωνιὰ μου μαργαριτάρια στὸ χωματόδρομο

χαράσσουν στὸ στῆθος ξυραφιὲς

παντοῦ στὸ σῶμα στὴν ψυχὴ στὴ λύπη

μὲ κυττοῦν  ἀδιάφορα

πῶς μποροῦν

μὲ στολίδι μοναδικὸ ἐκεῖνο τὸ γεράνι

στὴ σκουριασμένη γλάστρα μου ἀπότιστο

μάταια περιμένω  τὰ δικὰ σου

ὁ κόσμος γεμᾶτος ἀνθρώπους- χειμῶνες

μὲ λέξεις ἀποφόρια

σκοτάδια πριονίζει ἀκούραστα

σάπια ἄχυρα

στὸ γκρίζο βραδιάζει

 

κι ἡ μνήμη μου

ρωγμὴ ψάχνει νὰ σέ βρεῖ

θυμήσου

χιονίζεις φῶς

γειά σου

δὲν ἔχω χρόνο

λυπᾶμαι

ἔχω

ἔχω νὰ ξεχάσω

κι εἶσαι

μαχαριὰ

Γιάννης Μασμανίδης