Ο αριθμός των διασωληνωμένων κατέγραψε και νέα αύξηση αγγίζοντας τους 562 – Ακόμα 101 άνθρωποι κατέληξαν την Τρίτη

«SOS» εκπέμπει το Εθνικό Σύστημα Υγείας με τον κορωνοϊό να «δείχνει τα δόντια» του πλέον και στις νεότερες ηλικίες, ενόσω καταρρίπτονται διαδοχικά θλιβερά ρεκόρ τόσο στον αριθμό των διασωληνωμένων ασθενών, όσο και στον αριθμό των ανθρώπων που χάνουν τη μάχη έναντι της COVID-19. Τα δεδομένα είναι σκληρά, εντούτοις υπάρχουν κινήσεις και επιστημονικοί τρόποι που δύναται να προλάβουν κατά το δυνατόν την επιδείνωση της νόσου σε βαθμό που να απαιτηθεί εισαγωγή στη ΜΕΘ.

Από τη μέτρηση του κορεσμού του οξυγόνου κατά τη νοσηλεία κατ’ οίκον έως την έγκαιρη έναρξη κορτικοστεροειδών σε νοσοκομειακό περιβάλλον, τη χορήγηση ρεμβδεσιβίρης και την έγχυση πλάσματος αίματος, τη λήψη αντιπηκτικής αγωγής, χορήγηση οξυγόνου σε υψηλή πίεση και σειράς άλλων βημάτων και προσεγγίσεων.

Καθώς οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στη χώρα στερεύουν, στον ορίζοντα δεν διακρίνονται σημάδια επικείμενης αποσυμφόρησης του ΕΣΥ· τουλάχιστον για το επόμενο δεκαήμερο αναμένεται να συνεχιστούν οι εισαγωγές ασθενών σε κλινικές COVID και σε ΜΕΘ, οι διασωληνώσεις και οι θάνατοι, βάσει των εκτιμήσεων των εμπειρογνωμόνων.

Ήδη το προηγούμενο 24ωρο ο αριθμός των διασωληνωμένων κατέγραψε και νέα αύξηση αγγίζοντας τους 562, ενώ άλλοι 101 άνθρωποι κατέληξαν -1.815 από την έναρξη της πανδημίας, εκ των οποίων οι 1.189 μόνο μέσα στο Νοέμβριο. Και η μείωση στον αριθμό των κρουσμάτων στη Θεσσαλονίκη (607 νέα κρούσματα χθες) παραμένει βασανιστικά αργή.

Υπό αυτό το πρίσμα, το protothema.gr απευθύνθηκε στον Καθηγητή Ιατρικής και πρύτανη του ΕΚΠΑ κ. Αθανάσιο-Μελέτιο Δημόπουλο, ο οποίος και εξηγεί πως ενώ σαφώς είναι επιθυμητή η ανάπτυξη όσο το δυνατόν περισσότερων ΜΕΘ, υπάρχουν πολλά περιθώρια σήμερα ώστε να ελαττωθεί ο αριθμός των ασθενών που θα μπουν σε αυτή τη διαδικασία.

Ως προς την κατ’ οίκον νοσηλεία ενδείκνυται η τακτική μέτρηση του κορεσμού του οξυγόνου προκειμένου να προσέρχεται ο ασθενής έγκαιρα στο νοσοκομείο, καθώς υπάρχουν νοσούντες που εκδηλώνουν αναπνευστική ανεπάρκεια χωρίς όμως να συνοδεύεται από συμπτώματα δύσπνοιας, με συνέπεια κατά κάποιον τρόπο να μην κινητοποιούνται άμεσα.

Η χρήση οξύμετρου στο σπίτι, ώστε να γνωρίζει με βεβαιότητα ο ασθενής ότι ο κορεσμός του οξυγόνου είναι άνω του 95%, ενδείκνυται και μπορεί να βοηθήσει, σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, ενώ παράλληλα πρέπει να παρακολουθείται ο πυρετός και τα συμπτώματα -ιδιαίτερα εάν κάποιος νιώθει έντονη κόπωση και αίσθημα καταβολής που μπορεί να συνεπάγονται χαμηλό οξυγόνο στο αίμα.

Για τους νοσηλευόμενους σε μονάδες COVID, η έγκαιρη έναρξη κορτικοστεροειδών μπορεί να μειώσει την πιθανότητα για ανάγκη διασωλήνωσης και να μειώσει και τους θανάτους.

Τα κορτικοστεροειδή ενδείκνυνται για νοσηλευόμενους, οι οποίοι έχουν ανάγκη οξυγόνου, ιδιαίτερα όταν παρουσιάζουν και παθολογικά ευρήματα στην ακτινογραφία ή την αξονική τομογραφία θώρακος, καθώς επίσης και σε ασθενείς με εργαστηριακά ευρήματα που παραπέμπουν σε αυξημένη πιθανότητα να νοσήσουν βαριά.

Ένας έτερος παράγοντας είναι ότι η νόσος συνδυάζεται συχνά με αυξημένη πιθανότητα θρομβώσεων στα αγγεία, εξ ου και σε νοσηλευόμενους ασθενείς χορηγείται προφυλακτικά αντιπηκτική αγωγή. Εκτός από την αυξημένη πιθανότητα θρομβώσεων που δημιουργείται από αυτή καθαυτή τη νόσο, η πιθανότητα θρομβώσεων αυξάνεται πολλές φορές και από το γεγονός ότι είναι κατακεκλιμένοι και έχουν μειωμένη κινητικότητα, αλλά και από πιθανές συννοσηρότητες και την προχωρημένη ηλικία.

Όσον αφορά τη ρεμδεσιβίρη, ο κ. Δημόπουλος αναφέρει πως σε ασθενείς που έχουν ανάγκη οξυγόνου, και ιδίως όταν παρουσιάζουν παθολογικά ευρήματα στην ακτινογραφία θώρακος, υπάρχει ένδειξη για τη χορήγηση του συγκεκριμένου αντιιικού φαρμάκου, το οποίο όταν δοθεί έγκαιρα παρουσιάζει αποτελεσματικότητα στο να εμποδίσει τον πολλαπλασιασμό του ιού.

Επίσης, η χορήγηση σε βαρέως πάσχοντες πλάσματος αίματος από ασθενείς που έχουν νοσήσει -και όταν δύναται να προσδιοριστεί ότι οι αναρρώσαντες έχουν αναπτύξει αντισώματα έναντι του κορωνοϊού- μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την είσοδο του ιού στα κύτταρα. Η έγχυση αποδίδει όταν λάβει χώρα νωρίς στη φάση της νόσου.

Επί του παρόντος άνω των 70 ασθενών έχουν λάβει θεραπεία με πλάσμα αίματος, σύμφωνα με τον ο κ. Δημόπουλος, ο οποίος και διατελεί επικεφαλής των σχετικών κλινικών μελετών που βρίσκονται στο στάδιο της ανάλυσης και αξιολόγησης. «Βεβαίως το πιο σημαντικό και καταλυτικό σημείο ήταν η αποφυγή του θανάτου και η αποφυγή της διασωλήνωσης, αλλά εξετάζουμε και άλλες παραμέτρους όπως το πόσο γρήγορα γίνεται αρνητικός ο ιός, το πόσο γρήγορα πέφτουν οι δείκτες φλεγμονής» διευκρινίζει.

Η χορήγηση οξυγόνου με υψηλή πίεση από τη μύτη μπορεί επίσης να βοηθήσει ορισμένους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν κάματο των αναπνευστικών μυών, δηλαδή δεν είναι κουρασμένοι οι αναπνευστικοί τους μύες -παρουσιάζουν υποξία, επομένως το να τους χορηγηθεί οξυγόνο από τη μύτη σε υψηλή πίεση μπορεί να προλάβει και να μειώσει την πιθανότητα ανάγκης για μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.

Καίριο στοιχείο ως προς τους ασθενείς με συννοσηρότητες, οι οποίες σε οξεία φάση της λοίμωξης από το νέο κορωνοϊό μπορεί να επιδεινωθούν, είναι να αξιολογηθούν και να αντιμετωπιστούν έγκαιρα στο πλαίσιο ολιστικής προσέγγισης.

Αναφορικά, δε, με τον κίνδυνο ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων από κοινά μικρόβια, ο κ. Δημόπουλος τονίζει ότι θα πρέπει να διαγιγνώσκονται έγκαιρα και να αντιμετωπίζονται με ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών ουσιών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει παράλληλα στο γεγονός ότι επειδή η COVID-19 πρόκειται για νόσο με μία ιδιαίτερη μορφή αναπνευστικής ανεπάρκειας, οι γιατροί οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη των μονάδων COVID, καθώς και το νοσηλευτικό προσωπικό, θα πρέπει να εκπαιδεύονται όσο το δυνατόν καλύτερα και να ενημερώνονται όσο το δυνατόν πληρέστερα για τα νέα δεδομένα που προκύπτουν και επικαιροποιούνται διαρκώς.

Ενδεικτικά, ο ίδιος αναφέρει, πως στην παγκόσμια βιβλιογραφία έχουν δημοσιευτεί μέχρι στιγμής περισσότερα από 70.000 επιστημονικά άρθρα τα οποία αναφέρονται στην COVID-19 -ένας τεράστιος όγκος δεδομένων αν λάβει κανείς υπόψη ότι είναι μία νόσος που έχει «ηλικία» μόλις δέκα μηνών.

Ταυτόχρονα επισημαίνει ότι χρειάζεται να καταβληθεί μία προσπάθεια όσο γίνεται περισσότεροι ασθενείς, ιδιαίτερα με ήπια συμπτώματα, να αντιμετωπίζονται σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά από υγειονομικό προσωπικό που να μπορεί να διαγνώσει έγκαιρα ποιος ασθενής παρουσιάζει επιδείνωση ή κινδυνεύει να παρουσιάσει επιδείνωση και αυτοί ακριβώς οι ασθενείς να νοσηλεύονται.

Υπάρχουν βέβαια σχετικά πρωτόκολλα τα οποία έχουν αναπτυχθεί από την ειδική επιτροπή του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), αλλά κατά τον κ. Δημόπουλο το σημαντικό είναι αυτή η γνώση να διαχυθεί στην υγειονομική κοινότητα προκειμένου να μπορέσει να μειωθεί ο αριθμός των ασθενών που θα χρειαστεί να νοσηλευτούν σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας.

«Από τη στιγμή που κάποιος ασθενής χρειαστεί να νοσηλευτεί σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας γνωρίζουμε ότι η θνητότητα είναι μεγάλη διότι εκτός από τις επιπλοκές της νόσου, έχουμε τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, έχουμε τα πολυανθεκτικά μικρόβια που είναι πολύ πιο συχνά στις ΜΕΘ, έχουμε δηλαδή άλλες επιπλοκές που δημιουργούνται από τον αναπνευστήρα. Είναι σημαντικό να έχουμε ΜΕΘ, αλλά ίσως πολύ πιο σημαντικό είναι να προλάβουμε όσο περισσότεροι ασθενείς να μη χρειαστούν νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπεία» επισημαίνει ο καθηγητής Ιατρικής και πρύτανης του ΕΚΠΑ.

Και, υπό αυτό το πρίσμα, σημειώνει πως εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη προγνωστικών μοντέλων ώστε να μπορεί να προβλεφθεί νωρίς κατά τη διάγνωση της νόσου ποιος ασθενής έχει πιθανότητα να νοσήσει βαριά.

Η παχυσαρκία είναι από τους καθοριστικούς παράγοντες για πιθανή σοβαρή εξέλιξη της νόσου· επιβαρυντικοί παράγοντες είναι επίσης υποκείμενα νοσήματα όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η νεφρική ανεπάρκεια, η δυσλειτουργία του ήπατος, η ανοσοκαταστολή λόγω χορήγησης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων για αυτοάνοσα νοσήματα, νεοπλασματικές παθήσεις, ανεξέλεγκτη υπέρταση, προχωρημένη ηλικία.

Πρόκειται για παράγοντες για τους οποίους κατά τον κ. Δημόπουλο πρέπει να καταλήξουμε σε προγνωστικά μοντέλα και αυτοί οι ασθενείς χρήζουν σαφώς πιο στενής παρακολούθησης από τον θεράποντα ιατρό, καθώς ακόμη και εάν η κατάσταση του πάσχοντος διαφαίνεται σταθερή μπορεί να απαιτηθεί νοσηλεία.

protothema.gr