2ο Άρθρο

Του Στέργιου Πουρνάρα, φιλολόγου

Προέδρου Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Π.Ε. Γρεβενών

Ο πρόλογος

1829 Φλεβαρίου 26, ‘Αργος. Είµαι διορισµένος από την κυβέρνηση του Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναµης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Ο σταθµός µου είναι εδώ εις ‘Αργος. Κάθοµαι και αγροικιώµαι µε την Κυβέρνηση και παντού εις τις επαρχίες µ’ αρχές κι’ αξιωµατικούς και όποτε κάνει χρεία, φέρνω και γύρα σε όλα τα µέρη αυτά δια την γενική ησυχία και ξακολουθώ τα χρέη µου καθήµενος τον περισσότερον καιρόν εδώ. Και για-να µην τρέχω εις τους καφφενέδες και σε άλλα τοιούτα και δεν τα συνηθώ -(ήξερα ολίγον γράψιµον, ότι δεν είχα πάγη εις δάσκαλο από τα αίτια οπού θα ξηγηθώ, µην έχοντας τους τρόπους) περικαλούσα τον έναν φίλον και τον άλλον και µ’ έµαθαν κάτι περισσότερον εδώ εις ‘Αργος, οπού κάθοµαι άνεργος. Αφού λοιπόν καταγίνηκα ένα δυο µήνες να µάθω ετούτα τα γράµµατα οπού βλέπετε, εφαντάστηκα να γράψω τον βίον µου, όσα έπραξα εις την µικρή µου ηλικία και όσα εις την κοινωνία, όταν ήρθα σε ηλικία, και όσα δια την πατρίδα µου, οπού µπήκα εις της Εταιρίας το µυστήριον δια τον αγώνα της λευτεριάς µας και όσα είδα και ξέρω οπού ‘γιναν εις τον Αγώνα, και σε όσα κατά δύναµη συµµέθεξα κ’ εγώ κ’ έκαµα το χρέος µου, εκείνο οπού µπορούσα. ∆εν έπρεπε να έµπω εις αυτό το έργον ένας αγράµµατος, να βαρύνω τους τίµιους αναγνώστες και µεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας και να τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την περιέργειά τους και να χάνουν τις πολυτίµητες στιµές εις αυτά. Αφού όµως έλαβα και εγώ ως άνθρωπος αυτείνη την αδυναµίαν, σας ζητώ συγνώµη εις το βάρος οπού θα σας δώσω. Αν είµαι τίµιος άνθρωπος, θέλω γράψη την αλήθεια, καθώς έγιναν τα γραφόµενα, οπού θα σηµειώσω. ‘Ολοι οι αναγνώστες έχετε χρέος πρώτα να ‘ρευνήσετε δια την διαγωγή µου, πώς φέρθηκα εις την κοινωνία και Αγώνα, και αν τιµίως φέρθηκα, βάλετε βάση και εις τα γραφόµενά µου• αν ατίµως φέρθηκα, µην πιστεύετε τίποτας. Και αφού µάθετε ότι φέρθηκα τιµίως και ιδήτε σηµειωµένα έγγραφα και απόδειξες, αρχή και τέλος, από διαφόρους, από κυβέρνησες και από αρχές και από άλλους πολλούς, όθεν χρηµάτισα εγώ µε τους αδελφούς µου συναγωνιστάς, οπού µ’ αξίωσε ο Θεός να έχω εις την οδηγίαν µου, όλο καλύτερούς µου εις τον αγώνα και εις υπηρεσίες, όθεν διατάχτηκα. Με δεκοχτώ ανθρώπους πρωτοκινήθηκα εις τον αγώνα• ως τους χίλιους-τετρακόσιους µ’ αξίωσε ο Θεός να ‘χω εις την οδηγίαν µου. Ποτέ δεν µολύθηκαν τ’ αρχεία της πατρίδος µου• ούτε εις την κυβέρνησιν, ούτε εις επαρχίες, ούτε εις 2 άτοµα, οπού αγωνιστήκαµεν εις την Ρούµελη, Πελοπόννησον και νησιά και Σπάρτη, δεν είναι πουθενά κατηγορία παραµικρή δια εµάς. Ευκαριστήρια θα ιδήτε απ’ ούλα τα µέρη πλήθος εδώ-µέσα σηµειωµένα, και παντού εις το κράτος και εις τ’ αρχεία της κυβέρνησης φαίνονται αυτά. Και µ’ όσους ανθρώπους µ’ αξίωσε ο Θεός και διοίκησα, διάφορες ακαταστασίες και αρπαγές ηύραν την πατρίδα, αρχή και τέλος, δοξασµένο να είναι το πανάγαθον όνοµα του Θεού, εµάς δεν µας άφησε να µολυθούµεν. Και αυτές τις χάριτες πρέπει να τις χρωστάγη η πατρίς εις τους αξιότιµους και αγαθούς και γενναίους πατριώτες τους συναγωνιστάς µου, οπού ‘χα εις την οδηγίαν µου εις τον αγώνα, οπού συνεισφέραµεν και εµείς κατά δύναµιν εις τις ανάγκες της πατρίδος. Είναι η αρετή και ο πατριωτισµός, οπού έδειξαν, αυτείνων των καλών πατριώτων, όχι εµένα. ‘Οτι εγώ δεν είχα αυτείνη την αρετή, ούτε την έχω ακόµα• καθώς εις τους πολέµους, και τώρα εις την ‘πηρεσίαν είναι αυτείνοι οι καλύτεροί µου. Είναι και τώρα εις την ‘πηρεσία, εις την οδηγία µου, οι γενναίγοι και αγαθοί αξιωµατικοί Μισολογγιού µε τον αγαθόν και γενναίον αρχηγόν τους Μήτρο Ντεληγιώργη, φρούραρχο εις τον αγώνα του Μισολογγιού. Είναι πολλοί γενναίγοι και αξιότιµοι νησιώτες και Πελοποννήσιοι, αγαθοί αγωνισταί• είναι Ρουµελιώτες. Είναι οι αγαθοί και φιλόπατροι νοικοκυραίοι και αξιωµατικοί Αθηνών, οπού αγωνιζόµαστε εις το κάστρο των Αθηνών και αλλού εις τους αγώνες της πατρίδος. Και η αρετή αυτείνων όλων των καλών πατριώτων -η αγαθότη πρώτα του Θεού -µας γλύτωσε απ’ όσα βλάβουν την πατρίδα. Η αφεντειά σας, αγαθοί αναγνώστες, σας περικαλώ, αν και θέλετε να µάθετε την αλήθεια, ‘ρευνήσετε όλα αυτά οπού θα ιδήτε, αν είναι αλήθεια ή ψέµατα. ‘Ενα σας περικαλώ, όλους τους αξιότιµους αναγνώστες• δεν έχετε το δικαίωµα να φέρετε καµµίαν κρίση ούτε υπέρ, ούτε κατά, αν δεν το διαβάσετε όλο -και τότε είστε νοικοκυραίοι να κάµετε ό,τι κρίση θέλετε ή υπέρ, είτε κατά. ‘Οταν το διαβάσετε όλο, αρχή και τέλος, τότε να κάµετε την κρίση για όσους φέραν δυστυχήµατα εις την πατρίδα και εµφύλιους πολέµους δια τα ατοµικά τους νιτερέσια και την ‘διοτέλειά τους και από αυτούς έπαθε και παθαίνει ως σήµερον η δυστυχισµένη πατρίδα και οι τίµιοι αγωνισταί. Θα σηµειώσω γυµνή την αλήθεια και χωρίς πάθος. Αλλά η αλήθεια είναι πικρή και όσοι κάµαµεν το κακό µας κακοφαίνεται, ότι και το κακό το θέλοµε και το νιτερέσιον να το κάνωµε και καλούς πατριώτες θέλοµε να µας λένε. Και αυτό δεν γίνεται• ούτε θα το κρύψω εγώ και να µείνη κρυµµένο, ότι η πατρίς ζηµιώθη, διατιµήθη και όλο σ’ αυτό κατανταίνει• ότι µας ηύρε όλους θερία. Και τα αίτια του κακού θα τα ειπούνε κ’ ιστορίες και ‘φηµερίδες καθηµερινώς τα λένε. Και δεν σηµαίνουν τα δικά µου• και πρέπει να τα γράφουνε προκοµµένοι κι’ όχι απλοί αγράµµατοι• και να τα γλέπουν οι νεώτεροι• και οι µεταγενέστεροι να ‘χουν περισσότερη αρετή και πατριωτισµόν. Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν και πρέπει να θυσιάζη και πατριωτισµόν και να ζη αυτός και οι συγγενείς του ως τίµιοι άνθρωποι εις την κοινωνία. Και τότε λέγονται έθνη, όταν είναι στολισµένα µε πατριωτικά αιστήµατα• το αναντίον λέγονται παλιόψαθες των εθνών και βάρος της γης. Και δια τούτο ως πατρίδα γενική του κάθε ενού και έργο των αγώνων του µικρότερου και αδύνατου πολίτη, έχει κι’ αυτός τα συµφέροντά του εις αυτείνη την πατρίδα, εις αυτείνη την θρησκεία. ∆εν πρέπει ο άνθρωπος να βαρύνεται και να αµελή αυτά• και ο προκοµµένος πρέπει να φωνάζη ως προκοµµένος την αλήθεια, το ίδιον και ο απλός. ‘Οτι κρικέλλα δεν έχει η γης να την πάρη κανείς εις την πλάτη του, ούτε ο δυνατός, ούτε ο αδύνατος• και όταν είναι ο καθείς αδύνατος εις ένα πράµα και µόνος του δεν µπορεί να πάρη το βάρος και παίρνει και τους άλλους και βοηθούν, τότε να µην φαντάζεται να λέγη ο αίτιος εγώ• να λέγη εµείς. ‘Οτι βάναµε όλοι τις πλάτες, όχι ένας.  “Οι άρχοντές µας, οι αρχηγοί µας έγιναν “”Εκλαµπρότατοι””, έγιναν “”Γενναιότατοι”” ” και οι ντόπιοι και οι φερτικοί, όµως τίποτας δεν τους αναπεύει. ‘Ηµασταν φτωχοί, εγίναµεν πλούσιοι. ‘Ηταν ο Κιαµίλµπεγης εδώ εις την Πελοπόννησο και οι άλλοι οι Τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι οι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, αργαστήρια, µύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των Τούρκων. ‘Οταν ο Κολοκοτρώνης και οι συντρόφοι του ήρθαν από την Ζάκυθο, δεν είχαν ούτε πιθαµή γης• τώρα φαίνεται τι έχουν. Το ίδιον και εις την Ρούµελη• Γκούρας και Μαµούρης, Κριτζώτης, Γριβαίγοι, Στάικος και οι άλλοι, Τζαβελαίγοι και άλλοι πολλοί. Και τι ζητούνε από το “έθνος; Μιλλιούνια ακόµα δια τις µεγάλες δούλεψες. Και σε αυτά ποτές δεν αναπεύονται•” όλο νόµους και φατρίες δια το καλό της πατρίδος, όλο αυτό πασκίζουν. “‘Οσα έπαθε η πατρίς δια τους “”νόµους”” και το καλό αυτεινών και όσα” παληκάρια σκοτώθηκαν, δεν τα ‘παθε η πατρίς εις τον αγώνα των Τούρκων. Κατοικίσαµεν τους κατοίκους µέσα τα σπήλαια και ζούνε µε τα θερία και ρηµώσαµε τους τόπους και εγίναµε η παραλυσία του κόσµου. ‘Ολα αυτά µου δώσαν αφορµή να µάθω γράµµατα εις τα γεράµατα, να τα σηµειώσω όλα. ‘Ενας από αυτούς ήµουν και εγώ. Ας γράψη άλλος δια ‘µένα ό,τι γνωρίζη. Εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυµνή. ‘Οτι έχω το µερίδιό µου• σ’ αυτείνη την πατρίδα θα ζήσω εγώ και τα παιδιά µου. ‘Οτ’ ήµουν νέος και στραβογέρασα από αυτά τα δεινά της πατρίδας• πέντε πληγές πήρα εις το σώµα µου εις διάφορους αγώνες της πατρίδος και αποκαταστάθηκα µισός άνθρωπος και τον περισσότερον καιρό είµαι εις τα ρούχα αστενής από αυτά. ∆οξάζω τον Θεόν οπού δεν µου σήκωσε την ζωή µου και ευκαριστώ και την πατρίδα µου οπού µε τίµησε βαθµολογώντας κατά την τάξη, κατά τις περίστασες, ως τον βαθµόν του στρατηγού και ζω ως άνθρωπος µ’ εκείνο οπού ευλόγησε ο Θεός χωρίς να µε τύπτη η συνείδησή µου, χωρίς να γυµνώσω κανέναν ούτε µίαν πιθαµή γης.

(Το κείµενο είναι μεταγραφή από το πρωτότυπο του Γιάννη Βλαχογιάννη, επεξεργασµένη από τον καθηγητή Γιάννη Καζάζη Πηγή: Διαδίκτυο, e-Βιβλιοθήκη ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ).

Τι τέλεια δομή, τι σαφήνεια και ακρίβεια, τι ειλικρίνεια και εντιμότητα, τι ύφος και τι ήθος έχει ο λόγος του Μακρυγιάννη! Όλα βαλμένα σε τέτοια τάξη και γραμμένα με τέτοιο τρόπο που καμιά λέξη να μην είναι περιττή ούτε άστοχη και θαυμάζει κανείς την ταπεινότητά του, όταν ισχυρίζεται ότι είναι αγράμματος και  ζητάει συγνώμη από τους τίμιους αναγνώστες που θα τους βαρύνει να διαβάσουν τα γραφόμενά του «ένας αγράµµατος, να βαρύνω τους τίµιους αναγνώστες και µεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας και να τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την περιέργειά τους και να χάνουν τις πολυτίµητες στιµές εις αυτά». Δίκαια ο Γιώργος Σεφέρης τον θεωρεί τον σημαντικότερο πεζογράφο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι τον  πιο μεγάλο, γιατί έχουμε και τον Παπαδιαμάντη (Πρώτος τόμος Δοκιμών, ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ). Δεν θέλω να πω περισσότερα για το ύφος του Μακρυγιάννη, γιατί θα ασχοληθούμε κάποια στιγμή αποκλειστικά με αυτό. Σήμερα θα μείνουμε περισσότερο στο ήθος του και στις αξίες που προβάλλουν στον πρόλογο των απομνημονευμάτων του.

  1. Όταν ξεκίνησε να γράφει τα Απομνημονεύματα στο Άργος, 26 Φεβρουαρίου 1829, είναι 32 χρονών, πολύ νέος ακόμη αλλά ο ίδιος τι λέει: «’Οτ’ ήµουν νέος και στραβογέρασα από αυτά τα δεινά της πατρίδας• πέντε πληγές πήρα εις το σώµα µου εις διάφορους αγώνες της πατρίδος και αποκαταστάθηκα µισός άνθρωπος και τον περισσότερον καιρό είµαι εις τα ρούχα αστενής από αυτά». Στραβογέρασε από τα δεινά της πατρίδος και καθώς είναι ανήσυχο πνεύμα και δε θέλει να μένει άνεργος και να ξοδεύει άσκοπα τον χρόνο του, αποφάσισε να μάθει γράμματα στα γεράματα(;) «’Ολα αυτά µου δώσαν αφορµή να µάθω γράµµατα εις τα γεράµατα, να τα σηµειώσω όλα», γιατί δεν θέλει να ξεχαστούν όλα αυτά που έζησε και επιθυμεί να τα κληροδοτήσει στους μεταγενέστερους. Είναι λοιπόν κουρασμένος, αποκαμωμένος και απογοητευμένος από τα δεινά της πατρίδος, αλλά είναι πνευματικά νέος με πολύ μεγάλη πείρα ζωής, τόση που εμείς οι άλλοι δεν θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε ακόμα κι αν ζούσαμε δυο ζωές. Είναι λοιπόν ο Μακρυγιάννης μεγάλος αγωνιστής ήδη, στρατηγός και «Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναµης της Πελοπόννησος και Σπάρτης». Αλλά αντί να κάθεται και να απολαμβάνει αυτά που δίκαια απέκτησε με την αξία του και είναι υπερήφανος γι’ αυτό δοξάζοντας το Θεό και ευχαριστώντας την Πατρίδα και έχοντας ήσυχη τη συνείδηση του «∆οξάζω τον Θεόν … κανέναν ούτε µίαν πιθαµή γης», αποφασίζει να ξεδιπλώσει και ένα άλλο ταλέντο της πολύπλευρης προσωπικότητας, του δεινού συγγραφέα. Και μάς κληροδότησε ένα αριστούργημα, ένα κτήμα ες αεί, που με το στοχαστικό και διδακτικό του ύφος θυμίζει κατά τον Ι.Θ.Κακριδή τον μεγάλο μας ιστορικό Θουκυδίδη.  Πώς απέκτησε όμως αυτή τη μεγάλη πείρα ζωής ο στρατηγός;
  2. «εφαντάστηκα να γράψω τον βίον µου, όσα έπραξα εις την µικρή µου ηλικία και όσα εις την κοινωνία, όταν ήρθα σε ηλικία, και όσα δια την πατρίδα µου, οπού µπήκα εις της Εταιρίας το µυστήριον δια τον αγώνα της λευτεριάς µας και όσα είδα και ξέρω οπού ‘γιναν εις τον Αγώνα, και σε όσα κατά δύναµη συµµέθεξα κ’ εγώ κ’ έκαµα το χρέος µου, εκείνο οπού µπορούσα». Αν διαβάσετε τα Απομνημονεύματα θα τα μάθετε όλα αυτά με λεπτομέρειες. Εδώ όμως θα αρκεστούμε στα απαραίτητα για λόγους οικονομίας. Θα τα δούμε λίγο πιο αναλυτικά στις άλλες ενότητες. Ο Μακρυγιάννης έμεινε ορφανός πριν χρονίσει και έπρεπε να εργαστεί σκληρά για να επιβιώσει. Σε ηλικία 14 ετών μεταβαίνει στη Άρτα σε έναν συμπατριώτη του, τον Αθανάσιο Λιδορίκη και από τα 18 μέχρι τα 23 που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία κατόρθωσε να αποκτήσει μια σημαντική περιουσία από εμπορικές δραστηριότητες. Τον 1821 σε ηλικία 24 ετών μπαίνει στην Επανάσταση κάτω από τις Διαταγές του Γώγου Μπακόλα δείχνοντας απαράμιλλη γενναιότητα στην κατάληψη της Άρτας και μετά την αποτυχία των επιχειρήσεων εκεί, μεταβαίνει πρώτα στο Μεσολόγγι και ύστερα στην Αθήνα, όπου αναλαμβάνει πολιτάρχης. Μετά από σφοδρή ρήξη με τον Γκούρα θα μεταβεί στην Σαλαμίνα και από κει στην Ρούμελη με τον Νικηταρά στην επιτυχημένη μάχη της Βελίτσας, για να καταλήξει στην Πελοπόννησο, όπου και θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις μάχες εναντίον του Ιμπραήμ πασά. Στους εμφυλίους πολέμους πήρε το μέρος τη φιλοκυβερνητικής παράταξης του Κουντουριώτη. Ξεκίνησε τον αγώνα για ελευθερία και δικαιοσύνη με δεκαοκτώ ανθρώπους  και κατέληξε να διοικεί στο τέλος χίλιους τετρακόσιους, πόλεις ολόκληρες και περιφέρειες. Όλα αυτά σε μόλις εννιά χρόνια. Έτσι απέκτησε τη μεγάλη πείρα ζωής, βίωσε πολλές καλές και κακές καταστάσεις και θεώρησε χρέος να τα καταγράψει όλα αυτά, όταν τα θυμόταν ακόμα έντονα και είχε ακόμα πολύ θυμό και οργή.
  3. Επαινεί όλους τους αγνούς πατριώτες που θυσίασαν αρετή κα πατριωτισμό στον αγώνα με πρώτο τον Μήτρο Ντεληγιώργη τον υπερασπιστή του Μεσολογγίου, αλλά και όλους τους άλλους στη Ρούμελη, στην πολιορκία της Αθήνας και σε άλλα μέρη – τι ταπεινότητα – τους θεωρεί ανωτέρους του σε αρετή «Είναι και τώρα εις την ‘πηρεσία,… µάς γλύτωσε απ’ όσα βλάβουν την πατρίδα». Ομολογεί ότι διαχειρίστηκε όλες τις δύσκολες υποθέσεις που ανέλαβε με αμεροληψία και ανιδιοτέλεια, προβάλλει την τιμιότητα σαν εγγύηση ότι τα γραφόμενά του είναι αξιόπιστα και αληθή και προκαλεί όποιον έχει κάτι μεμπτό εναντίον του να το καταγγείλει, όπως αυτός θα καταγγείλει όλου εκείνους που προκάλεσαν τα δεινά της πατρίδος από την εξουσιολαγνεία και την ιδιοτέλεια. Ο ίδιος όμως δεν μόλυνε τα χέρια και το αρχείο του είναι γεμάτο από ευχαριστήρια για τη βοήθεια που πρόσφερε στους συμπατριώτες του « Ποτέ δεν µολύθηκαν τ’ αρχεία της πατρίδος µου•… δοξασµένο να είναι το πανάγαθον όνοµα του Θεού, εµάς δεν µας άφησε να µολυθούµεν ».
  4. Έχει χρέος λοιπόν να πει γυμνή την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, για να μάθουν οι μεταγενέστεροι ποιοι ευθύνονται για την κατάντια της πατρίδας και να έχουν περισσότερη αρετή και πατριωτισμό. Με παρρησία και θάρρος αρχίζει ένα δριμύ κατηγορώ προς τους «Εκλαμπρότατους» και «Γενναιότατους» άρχοντες ντόπιους και ξένους που πήραν τη θέση των Τούρκων και προξένησαν περισσότερα δεινά από αυτούς, ρήμαξαν τη χώρα και έγιναν η παραλυσία του κόσμου. Μέσα σ’ αυτούς ανήκει και ο ίδιος και έχει μερίδιο. Γι’ αυτό είναι κι αυτός έτοιμος να δεχτεί την κριτική από άλλους. « “Οι άρχοντές µας, οι αρχηγοί µας … σ’ αυτείνη την πατρίδα θα ζήσω εγώ και τα παιδιά µου». Εδώ ο Μακρυγιάννης έχει βγάλει το γιαταγάνι του και προσπαθεί το στραβό να το κάνει ίσιο που λέει και ο ποιητής (Νίκος Γκάτσος)
  5. Ποια είναι όμως η πολιτική του ιδεολογία – ταυτότητα και το κίνητρό του που του έδωσε τόση δύναμη να αγωνιστεί για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη και να πει γυμνή την αλήθεια; «Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία … ‘Οτι βάναµε όλοι τις πλάτες, όχι ένας». Δε νομίζω ότι μπόρεσε κανείς μορφωμένος να εκφράσει πιο εύστοχα και πιο ξεκάθαρα από τον «αγράμματο» Μακρυγιάννη αυτή τη βαθιά πολιτική θέση, που γεννήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα, πέρασε στο Βυζάντιο και στη Νεότερη Ελλάδα με τον θεσμό των Κοινοτήτων. Η Πατρίδα και η Θρησκεία είναι το παν, όλοι πρέπει να θυσιάζωμεν πατριωτισμόν και τιμιότητα και πατριωτικά αιστήματα για να μη γίνονται τα Έθνη παλιόψαθες και οι προκομμένοι και οι απλοί και όλοι να φωνάζουν την αλήθεια. Είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ και κανένας μόνος του δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Χρειάζεται αλληλεγγύη.

Ο Μακρυγιάννης στον πρόλογο λοιπόν ξέρει πολύ καλά ποιος είναι και τι θέλει. Είναι ένα άνθρωπος με αυτογνωσία και συνείδηση, απλός, τίμιος και αγνός πατριώτης, ανιδιοτελής και αδιάφθορος αγωνιστής, με πίστη στο Θεό και αγάπη στην Πατρίδα, τη δημοκρατία και τη συλλογικότητα, που θυσίασε αρετή και πατριωτισμό στον Αγώνα για την Ελευθερία μαζί με πολλούς άλλους συμπολεμιστές του. Θέλει λοιπόν τώρα και θεωρεί χρέος του, αν και αγράμματος, να αποκαλύψει τους αίτιους που οδήγησαν την Πατρίδα σε αυτή τη δεινή κατάσταση που είναι χειρότερη από την προηγούμενη και για την οποία και αυτός έχει μερίδιο ευθύνης. Σκληρή κριτική αλλά και αυτοκριτική.

Σήμερα 200 χρόνια μετά έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα και ζούμε σε εκτεταμένες επικράτειες που θα έλεγε και ο Καβάφης. Το ερώτημα είναι ξέρουμε εμείς σήμερα ποιοι είμαστε και τι θέλουμε; Και το δυσκολότερο από όλα. Προσεγγίζουμε κατά τι το ύφος και το ήθος του γενναίου αυτού Έλληνα;

(συνεχίζεται)