Ὅλα ξεθώριασαν

καπνισμένα καὶ μονότονα

σκληρὴ  ἡ πραγματικότητα ρημάζει

παντοῦ

σὰ μιὰ τιμωρία

παραμονεύει σιωπὴ

Κι οἱ κουρτίνες ἴδια

μὲ τὰ βαθύτερα κοιτάσματα τῆς ψυχῆς μου

ἔλυωσαν

μαντεύουν τὸ φόβο στὴν ἐγκατάλειψη

στὴν μουχλιασμένη παλαιότητα

ὅλα μιὰ περίπλοκη ὑπόθεση

τυφλὰ πληγώνουν τὸ σύντομο ταξίδι μου

Ὅλα εἶχαν συμβεῖ

Τίποτε δὲν ἔμεινε νὰ συμβεῖ ἄλλο

ἀκόμη καὶ τὸ κόκκινο ἐκεῖνο τόξο

τῶν χειλιῶν σου

σπάταλο ἄχρηστο ψιμύθιο

ἄκαιρα σκονίζει τὴ μνήμη

Τώρα

ἀλλεπάλληλη διαδοχὴ ἀπὸ ἐπιφαινόμενα

κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία τῆς ὕλης

τῆς φθορᾶς

θαμποχαράζουν

τώρα

παραπλανημένη πεταλούδα στὴν ἀκαταμάχητη

ἕλξη τῆς φωτιᾶς

τὰ φτερὰ μου ἁπλώνω νὰ καῶ

Κάνει τόση παγωνιά

τά χέρια μου μάταια τρίβωτρίβω τρίβω

μέσα παγώνει ἡ καρδιὰ

Ἀνασαίνω κι ἄλλο σιωπὴ κι ἄλλο

ἀπὸ αἰσθήσεις κυριαρχημένος

γιὰ νὰ ζῶ λέω

ἄν ζῶ

Ζηλεύω τοὺς ἀνθρώπους

μὲ μιὰ ἀνοιχτὴ πλάκα σοκολάτας

ΙΟΝ ἀμυγδάλου στὰ χείλη στὴν ψυχὴ

στὰ χέρια

στὴν τσέπη τους κομματιασμένη

Σκοτάδια ἔχω

πολλὰ νὰ περιτρέξω

σὰν τιμωρία μᾶλλον

Γιάννης Μασμανίδης