Τὸ δωμάτιο τὸ ἴδιο

γεμᾶτο σπάνιους στοχασμοὺς

τὰ ροῦχα κρεμασμένα στὰ πόδια τοῦ κρεβατιοῦ

μεταχειρίζονται τὴ σκέψη σὰν ὄργανο φθορᾶς μου

Δὲν ὑπάρχει παρὰ σιωπὴ

ἀποδημίες ποικίλες

ἀπουσίες ποικιλόχρωμες

παρηγορητικὰ φεγγαρόφωτα μόνα

Πολλὰ βιβλία καταγῆς

φτωχαίνουν τὸ κλίμα τῶν ἀπωλειῶν

ψηλώνουν τό ἀνάστημα

τὴν παρατεταμένη θητεία περισυλλογῆς μου

εὐτυχῶς

Μιὰ σκιὰ ἡ ζωὴ μου ὅλη

ἴσαμε ποιὰ πλησμονὴ μπορεῖ νὰ πονεῖ

ὅπως τυφλὸς ποὺ γιατρεύτηκε αἴφνης

τὰ παγωμένα πεζοδρόμια τῆς περίτρομης

πολιτείας βλέπω νιώθω ζῶ

Μιὰ στάλα λευκοῦ ἀφροῦ

νοικιασμένη ὥς τὸ θάνατο

στὰ στενόχωρα σύνορα

θαρρῶ

Ὁλοένα θρυμματίζω  τὴν οὐσία τῶν πραγμάτων

τῶν ξεχασμένων φιλιῶν

τῶν κρύων ἀγγιγμάτων θρυμματίζω

σὲ ἀβέβαια ψίχουλα

γιὰ νὰ ἀντέχω

Πάει

τὰ περιγιάλια συννέφιασαν κι αὐτὰ

χαμένα δειλινὰ θρηνοῦν

χαμένους

ὅσο κι ἄν ἡ μνήμη πρόθυμα δικαιολογεῑ

μαχαιριές

Σὰν μιά πέτρα ποὺ πέφτει στὰ ὑπνωμένα νερὰ

μέσα σὲ λαγκαδιές λύπης

σὲ χαλάσματα τόσα

λάλες πηγὲς ἀναζητῶ

Τὰ μάτια μου μιὰ σκεπασμένη πληγὴ

ξοδεύουν δύναμη ψυχῆς

καθὼς

ἕνα κοτσύφι στὴν καρδιὰ μου μέσα

τραγουδεῖ ἀκόμη

παλεύω μὲ τὴν ἀντίσταση τῆς στενῆς πύλης

μὲ μέθη σιωπῆς

Ἀρκεῖ

αὐτὸ

ἀρκεῖ

Γιάννης Μασμανίδης