Τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου όσοι προσέρχονται στους ναούς έχουν τη χαρά να ακούσουν «το Ευαγγέλιο των Ευαγγελίων», τη γνωστή σε πιστούς και μη παραβολή «του Ασώτου». Πολύ σωστά ειπώθηκε ότι και αν ακόμη χάνονταν τα Ευαγγέλια, έμενε όμως η παραβολή του Ασώτου, θα ήταν αρκετή να μας φανερώσει την απέραντη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, γι’ αυτό πολλοί ερμηνευτές την ονομάζουν «παραβολή του φιλεύσπλαχνου Πατέρα». Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός αυτός, όπως δεν είναι τυχαία η επίδραση που έχει ασκήσει η παραβολή αυτή σε ανθρώπους ακόμη και έξω από τα στενά πλαίσια της θρησκευτικής παράδοσης. Ζωγράφοι όπως ο Ρέμπραντ, γλύπτες όπως ο Ροντέν, ποιητές όπως η Ζωή Καρέλλη εμπνέονται από τη συγκεκριμένη παραβολή. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μουσικά συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones και οι Φατμέ ή συνθέτες όπως ο Μάριος Τόκας και τραγουδιστές όπως ο Δημήτρης Μητροπάνος έχουν εμπνευστεί από αυτήν την παραβολή;

Τι είναι όμως αυτό που διακρίνει αυτήν την παραβολή ανάμεσα στις περισσότερες από τριάντα παραβολές, τις μικρές δηλαδή φτιαχτές ιστορίες με θέματα παρμένα από την καθημερινή ζωή, κυρίως την αγροτική, και τη φύση, που χρησιμοποίησε ο Χριστός για να μεταδώσει με τρόπο απλό, παραστατικό και κατανοητό τις αλήθειες για τη Βασιλεία του Θεού;

Ας αρχίσουμε από τα πρόσωπα της παραβολής και ας και ας σκιαγραφήσουμε τις μεταξύ τους σχέσεις. Ένας πατέρας και δύο γιοι. Ο μικρότερος γιος ζητά από τον πατέρα του το «επιβάλλον μέρος της ουσίας», το μερίδιο δηλαδή της πατρικής περιουσίας που του αναλογεί, ενώ ο μεγαλύτερος γιος παραμένει υπάκουος στον πατέρα του και στις παραδόσεις της εποχής, εργαζόμενος σκληρά στην πατρική περιουσία. Ο πατέρας χωρίς αντίρρηση ικανοποιεί το αίτημα του μικρότερου γιου. Άραγε ο πατέρας, όπως κάθε πατέρας, δε στενοχωρήθηκε; Δεν πληγώθηκε από την «ανταρσία» του γιου του; Ως σπλαχνικός πατέρας όμως σέβεται το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής του γιου του και του αποδίδει το «δίκιο» του. Ο γιος, όπως και κάθε παιδί, φεύγοντας μακριά από την πατρική εστία και καθοδήγηση αισθάνεται πλέον ελεύθερος να κάνει τις δικές του επιλογές. Και κάνει τις επιλογές του με τραγικά αποτελέσματα. Η κατασπατάληση της πατρικής περιουσίας και η άσωτη ζωή τον καθιστούν από αρχοντόπουλο βοσκό χοίρων, ρυπαρό και ατημέλητο, να προσπαθεί να τραφεί με τα ξυλοκέρατα. Η θλίψη, η ντροπή, η πικρή γεύση της αμαρτίας κυριαρχούν στην ψυχή του.

Φτάνει, λοιπόν, η στιγμή που «έρχεται στα συγκαλά του», όπως λέει ο απλός κόσμος, «ελθών εις εαυτόν»,

σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου. Και παίρνει τη μεγάλη απόφαση της επιστροφής στον φιλόστοργο πατέρα του. Πόσο εύκολη άραγε είναι η απόφαση αυτή; Τι προϋποθέτει; Σαφέστατα συνειδητοποίηση και ομολογία της «αμαρτίας» του με την εκκλησιαστική έννοια του όρου «αμαρτία»: λανθασμένη επιλογή και ρήξη της σχέσης με τον Δημιουργό, απομάκρυνση και αποξένωση από τον εκκλησιαστικό τρόπο ζωής και διασκορπισμός των χαρισμάτων με τα οποία μας προίκισε ο Δημιουργός. Η απόφαση όμως της επιστροφής προϋποθέτει όχι μόνο την αποδοχή και ομολογία του σφάλματος αλλά και την ψυχική συντριβή του γιου για το σφάλμα αυτό. Γι’ αυτόν τον λόγο, όταν προσχεδιάζει την ώρα της συνάντησης με τον πατέρα του, ετοιμάζει την απολογία του ομολογώντας «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» και αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να έχει τη θέση που είχε στο παρελθόν. Δεν μπορεί πλέον να λογίζεται για γιος του («οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου»). Αναλογίζεται ότι η μόνη θέση που μπορεί να ζητήσει είναι του εργάτη στα χωράφια του πατέρα του. Τι πιο ταπεινωτικό για έναν νέο με μεγάλες προσδοκίες! Πόσο

πόνος καρδιάς! Πόση απόρριψη κάθε ίχνους εγωισμού! Πόσος αυτοέλεγχος και αυτοκριτική! Και ταυτόχρονα πόσο μεγαλείο ψυχής χρειάζεται, για να πάψει κανείς να αναζητά δικαιολογίες και αυτοδικαίωση! Ο συντετριμμένος γιος μπορεί να είναι ο καθένας από εμάς που απαρνιέται τον «παράδεισο», δηλαδή την αγαπητική σχέση με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον και εν τέλει επιλέγει να ζει μακριά από ό,τι οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν «εκκλησιαστικό τρόπο ύπαρξης, αλληλοπεριχώρηση».

Και όμως! Ο συντετριμμένος και ταπεινωμένος αυτός άνθρωπος βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί από την «πτώση» του και να πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Από πού αντλεί τη δύναμη και την πίστη ότι ο πατέρας του θα τον δεχθεί; Από το «δεύτερο βάπτισμα», τη μετάνοια, δηλαδή τη ριζική αλλαγή τρόπου σκέψης και πράξης και όχι φυσικά την απλή απαλλαγή από συναισθήματα ενοχής ή την τυπική εξομολόγηση που κάνει κανείς πριν τις μεγάλες γιορτές ή κάτω από σκληρές ψυχολογικές συνθήκες… Δίνει δύναμη η μετάνοια; Μήπως είναι απλά ένδειξη ηττοπάθειας και συμβιβασμού; Η ειλικρινής μετάνοια προϋποθέτει χρόνο, κόπο, άσκηση, αγώνα κάτω από τη χάρη του Θεού. Αποτελεί μια μακρά πνευματική διαδρομή, για να οδηγηθεί κανείς με ασφάλεια στη Βασιλεία του Θεού, τον καινούργιο κόσμο, τη νέα ιστορική πραγματικότητα που βιώνεται μέσα στη Θεία Λειτουργία και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Όπως αναφέρει «ο Πρώτος μετά τον Έναν», η Βασιλεία του Θεού «δεν είναι βρώσις και πόσις αλλά δικαιοσύνη, ειρήνη και χαρά ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Μετά από μια τέτοια δοκιμασία ψυχής, ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να πάρει τον δρόμο της επιστροφής προς τον Δημιουργό, όπως ακριβώς έπραξε και ο προαναφερθείς Απόστολος Παύλος, που από φανατικός διώκτης του χριστιανισμού μεταστράφηκε με τη χάρη του Θεού σε «Απόστολο των Εθνών».

Ακολουθώντας τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, όλοι μας υποθέτουμε ότι την υποδοχή του γιου θα ακολουθήσει η φυσική αντίδραση ενός πατέρα που πικράθηκε και απογοητεύτηκε από την «παραβατική» συμπεριφορά του γιου. Φανταζόμαστε έναν πατέρα σκληρόκαρδο, εκδικητικό και τιμωρό. Πόσο διαφορετικός είναι ο πατέρας της παραβολής!

Αντί να κρίνει, να επιτιμήσει και κυρίως να δικάσει και να καταδικάσει τον γιο του, θέτει σε δεύτερη μοίρα τη λανθασμένη επιλογή του γιου του και χαροποιείται από τη μεταστροφή και επιστροφή του γιου του! Έχει την ίδια χαρά και αγαλλίαση του βοσκού της παραβολής που εγκαταλείπει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και ψάχνει να βρει το «ἀπολωλὸς» και αφού το βρει και το βάλει στους ώμους του, καλεί τους φίλους και γείτονες, λέγοντας «Χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα το χαμένο μου πρόβατο».

Ο φιλευσπλαχνος πατέρας αγάλλεται που ξαναβλέπει το «παραστρατημένο» παιδί του να επιστρέφει στο πατρικό σπίτι. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία, ούτε η προσβλητική στάση του γιου του, ούτε η καταρράκωση του ονόματός του, ούτε η κατασπατάληση της περιουσίας του, ούτε η ρυπαρότητα του γιου του. Ας αφήσουμε τα λόγια του Κυρίου να αποδώσουν τη στιγμή της εγκάρδιας υποδοχής του Ασώτου, για να κατανοήσουμε την «άσωτη» αγάπη και ευσπλαχνία του Θεού-Πατέρα προς τον μετανοούντα και επιστρέψαντα αμαρτωλό: «ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Αν, λοιπόν, ο μετανοών αμαρτωλός κάνει ένα βήμα προς τον Θεό, ο Θεός κάνει δέκα βήματα προς αυτόν. Τον αγκαλιάζει σφιχτά και τον καταφιλά, γιατί όσο βδελυκτή είναι η αμαρτία για τον Θεό, τόσο αγαπητός και ποθητός είναι ο μετανοών αμαρτω- λός. Αυτή η απέραντη αγάπη προς τον ταπεινωμένο και μεταμελημένο γιο συγκλονίζει τον κάθε άνθρωπο και ιδιαίτερα τους ανθρώπους της τέχνης. Πόσο στοργικά ακουμπά τα χέρια του στον γονατισμένο, ρακένδυτο, καταταλαιπωρημένο και σχεδόν ανυπόδητο γιο του ο Πατέρας στον πίνακα του Ρέμπραντ! Έναν γιο που κρύβει το πρόσωπό του στην αγκαλιά του Πατέρα, καθώς ντρέπεται να τον αντικρίσει! «Απ’ όπου έφυγε πώς γίνεται ένα χάδι να γυρέψει;», όπως αναρωτιέται ο λαϊκός τραγουδιστής στο τραγούδι «Η επιστροφή του ασώτου».

Ο σπλαχνικός πατέρας όχι μόνο τον συγχωρεί απροϋπόθετα, πριν αυτός προλάβει να ολοκληρώσει την εξομολόγησή του, όχι μόνο του προσφέρει απλόχερα το χάδι, αλλά τον αποκαθιστά στην αρχική υιϊκή του θέση. «ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας» δίνει εντολή, αποκαθιστώντας όλα τα «διακριτικά» που είχε και πριν την φυγή του. Και πάλι αυτό δεν είναι αρκετό για τον πασιχαρή πατέρα. Ετοιμάζει τραπέζι ολόκληρο με «τον μόσχον τον σιτευτόν», για να ευφρανθούν όλοι, καθώς ο γιος του «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη». Ποιος ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει τη χαρά ενός πατέρα που βλέπει το νεκρό παιδί του να ανασταίνεται; Έτσι απερίγραπτη είναι η χαρά και του Θεού, όταν σώζεται ακόμη και ένας αμαρτωλός.

Δεν μπορεί ο ανθρώπινος νους να κατανοήσει την αγάπη, την ταπεινότητα, την φιλοτιμία και την άπειρη ευσπλαχνία

του Θεού για τον επιστρέψαντα αμαρτωλό, όπως δεν μπορεί να καταλάβει και ο μεγαλύτερος γιος της παραβολής, όταν καταφθάνει από τα χωράφια και πληροφορείται ότι ο αδελφός του επέστεψε και ο πατέρας τους διοργάνωσε τραπέζι υποδοχής. Και ενώ θα περίμενε κανείς να χαρεί και να συμμετάσχει στη χαρά της οικογένειας, αυτός «ὠργίσθη καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν». Ο μεγαλύτερος αδερφός δείχνει διαγωγή τελείως ξένη προς τη χριστιανική αγάπη. Είναι η στεγνή αντιεκκλησιαστική αγάπη, αφιλάδελφη, μικροπρεπής, ζηλότυπη, φθονερή και εγωιστική. Ως «ψυχικός» άνθρωπος έχει το δικό του μέτρο κρίσεως βάσει του οποίου κρίνει τα πάντα. Καυχάται, όπως οι περισσότεροι από εμάς, ότι δεν έκλεψε, δεν αδίκησε, και είναι υπάκουος! Δεν κάνει όμως το σημαντικότερο, να συγχωρεί! Αυτός που καμαρώνει ότι είναι πιστός και φρόνιμος, πάντα κοντά στον πατέρα του, αποκαλύπτει τη δική του πνευματική γυμνότητα και ασωτία. Τοπικά είναι κοντά στο πατέρα του, ψυχικά όμως πόρρω απέχει και δεν το έχει καταλάβει. Αντί να χαρεί και να πανηγυρίσει, λυπάται και αγανακτεί, γιατί ξαναβλέπει να παίρνει ο άσωτος όσα είχε σαν πιστός γιος. Προφανώς τυφλωμένος από τα αφιλάδελφα συναισθήματα δεν κατανοεί πως μετάνοια σημαίνει και αποκατάσταση. Ο «φρόνιμος» αδελφός, μικρόψυχος, χαιρέκακος και εγωιστής, απογυμνώνεται από τον μανδύα της «φαρισαϊκής»

αρετής. Καυχάται για τις αρετές του, παραπονείται στον πατέρα του για άνιση κατανομή των «δικαιωμάτων» και το πιο τραγικό, αρνείται ακόμα και να κατονομάσει τον αδερφό του, λέγοντας «ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν» διογκώνοντας έτσι τα αμαρτήματα του μικρότερου αδερφού του.

Ο σπλαχνικός πατέρας ταπεινώνεται, παρακαλεί. Όσο τρυφερός ήταν με τον επιστρέψαντα «άσωτο», τόσο είναι και με τον «φρόνιμο» μεγαλύτερο. Γνωρίζει ότι μισεί για την κληρονομιά. Τον διαβεβαιώνει ότι αυτή δεν κινδυνεύει και του λέει «τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν». Το ότι δέχθηκε τον νεότερο γιο του δε σημαίνει ότι αποξένωσε τον μεγαλύτερο. Όλοι έχουν τη θέση τους στο πατρικό σπίτι και κατ’ επέκταση στη Βασιλεία του Θεού, αρκεί να το θελήσουν. Και αν στον καθημερινό μας λόγο λέμε πως «όλοι οι καλοί χωράνε», στη Βασιλεία του Θεού χωράνε όλοι ανεξαιρέτως, αρκεί να το επιδιώξουν. Όλοι μπορούμε να συμμετέχουμε στη Βασιλεία του Θεού, αν απαλλαγούμε είτε από τα πάθη του ασώτου είτε από τα πάθη του μεγαλύτερου αδερφού και πάψουμε να φιλονικούμε για το ποιος δικαιούται μεγαλύτερο «μερίδιο» από την αγάπη του Θεού.

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο όχι για να διδάξει μια νέα φιλοσοφία, ούτε να προσθέσει μια νέα θρησκεία, αφού ο χριστιανισμός «είναι τρόπος ζωής και το τέλος κάθε θρησκείας». Άφησε το Θεανθρώπινο σώμα Του, την Εκκλησία, μέσα στην οποία σώζεται όποιος το επιθυμεί, δηλαδή αποκαθιστά τις αγαπητικές του σχέσεις με τα μέλη της και μπολιάζεται στο σώμα του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία με τη χάρη του Θεού ξεκινάμε μια πνευματική πορεία που σκοπό έχει την τελείωση μας, τη θέωσή μας. Η πνευματική αυτή πορεία πολλές φορές διακόπτεται από την αμέλεια και τις άστοχες επιλογές μας. Ξεχνάμε τις δωρεές και την αγάπη Του. Εκείνος όμως γνωρίζοντας την αδυναμία μας μάς προσφέρει τη δυνατότητα να επιστρέψουμε κοντά Του, Και αυτό επιτυγχάνεται με τη ζωοποιό και ζωοδόχο μετάνοια.

Οι Φαρισαίοι της εποχής του Χριστού ως «γνήσιοι» τηρητές των εντολών του Θεού «διεγόγγυζον» εναντίον του και Τον κατηγορούσαν ότι «προσδέχεται αμαρτωλούς ανθρώπους και τρώει μαζί τους». Το ίδιο κάνουμε και εμείς που «δεν έχουμε το ..Θεό μας». Χωρίζουμε τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς». Επικαλούμαστε τον Θεό «να ρίξει φωτιά στου αμαρτωλούς» και «να ανταποδώσει τα καλά στου καλούς». Του ζητάμε να φανεί σκληρός τιμωρός, όταν νομίζουμε ότι αδικούμαστε-«απ’ τον Θεό να τόβρεις», λέμε- αλλά πανηγυρίζουμε εμείς οι δίκαιοι, ηθικοί και ενάρετοι, όταν μας συμβεί κάτι καλό, πως μας το χρώσταγε για τις καλές μας πράξεις. Αγανακτούμε και θυμώνουμε μαζί Του, όπως ο «καλός» μεγαλύτερος γιος της παραβολής, ότι «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Αγνοούμε όμως ότι ο Θεός έχει άλλα μέτρα και σταθμά. Και γι’ αυτόν τον λόγο είπε την παραβολή. Για να καταδείξει ότι για τον Θεό ο μεταμεληθείς αμαρτωλός δεν υστερεί σε τίποτα από εκείνους που νομίζουν ότι είναι μοναδικοί κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού. Για να καταδείξει ότι σημασία δεν έχει, όπως εσφαλμένα νομίζουμε, η χρονική στιγμή της μετάνοιας μας, αλλά η ειλικρινής μετάνοιά μας! Έτσι και ο ληστής στα δεξιά του Σταυρού Του Κυρίου «Κεκλεισμένας ἤνοιξε τῆς Ἐδὲμ πύλας, βαλὼν κλεῖδα τό, Μνήσθητί μου». Και όπως μας προτρέπει ο ιερός Χρυσόστομος, το μόνο που πρέπει να πράξουμε, είναι, αφού συνειδητοποιήσουμε τα σφάλματά μας, να ομολογήσουμε « Θα επιστέψω καλώς εκεί απ’ όπου κακώς έφυγα».

Χρόνια πολλά, ευχάριστα και ευπρόσδεκτα στον Θεό. Χρόνια, μετανιωμένα.

Ρέμπραντ, Η επιστροφή του Ασώτου, π. 1668-9, Μουρίγιο, Η επιστροφή του Ασώτου Υιού, π. 1667-1670,

Μουσείο Ερμιτάζ National Gallery of Art, Ουάσινγκτον

Κώστας Παλπάνης