Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΙΣΘΑΝΤΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΉ ΣΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΉ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΡΘΕΝΗ.

Ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Παρθένης που γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1878 και έφυγε από την ζωή στην Αθήνα το 1967 αναμόρφωσε δραστικά τα εικαστικά δρώμενα της Ελλάδας στις αρχές του 20ού αιώνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, κέντρο του νεωτερισμού από το 1895 έως το 1903 με τον Γερμανό ζωγράφο Καρλ Ντίφενμπαχ και παρακολούθησε μουσική στο Ωδείο της. Μιλούσε και έγραφε ιταλικά, γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και ελληνικά. Πραγματοποίησε την πρώτη έκθεση του το 1899 στη Βιέννη στο Boehms Künstlerhaus και το 1900 στην Αθήνα. Το 1903 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ταξίδευσε στην Καβάλα και την Κωνσταντινούπολη. Ως το 1907 έζησε στον Πόρο, όπου αγιογράφησε τον Άγιο Γεώργιο. Το 1908 αγιογράφησε τον Άγιο Γεώργιο στο Κάιρο. Το 1909 παντρεύτηκε την Ιουλία Βαλσαμάκη, γόνο αρχοντικής οικογένειας της Κεφαλονιάς. Από τότε ως το 1914 έζησε στο Παρίσι, όπου μυήθηκε στον μεταϊμπρεσιονισμό και διαμόρφωσε την γραφή που τον χαρακτήριζε . Στο Παρίσι συμμετείχε σε εκθέσεις πετυχαίνοντας σημαντικές διακρίσεις όπως βραβείο για το έκθεμα ’’ Η πλαγιά’’ το 1910 και πρώτο βραβείο σε έκθεση θρησκευτικής τέχνης για το επίτευγμα ‘’ Ο Ευαγγελισμός’’ το 1911.

 

Το 1911 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα όπου συναναστράφηκε με τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο . Ήταν μέλος της Συντροφιάς των Εννιά. Το 1917 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και μαζί με τον Νικόλαο Λύτρα, τον Μαλέα, τον Τριανταφυλλίδη και άλλους ίδρυσε την Ομάδα «Τέχνη» με στόχο την ανατροπή του συντηρητικού ακαδημαϊσμού που επικρατούσε. Η Ομάδα ήταν κίνημα εκσυγχρονιστικό και συνδέονταν με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Το 1919 αγιογράφησε το Άγιο Αλέξανδρο στο Π. Φάληρο. Το 1920 πραγματοποιήθηκε η πρώτη έκθεσή του στο Ζάππειο με περισσότερους από 240 πίνακες.Ένας από αυτούς «Ο Θρήνος του Εσταυρωμένου», δωρήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη. Η φήμη του διευρύνθηκε και οι διακρίσεις του πολλαπλασιάστηκαν. Την ίδια χρονιά ο Ελευθέριος Βενιζέλος του απένειμε το Αριστείο των Γραμμάτων και των Τεχνών για τον ‘’ Ευαγγελισμό’’. Η πρώτη υποψηφιότητά του για καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1923 απορρίφθηκε . Έγινε καθηγητής με ειδικό νόμο το 1929. Στην οδό Ροβέρτου Γκάλι 40 στην Ακρόπολη έκτισε το σπίτι του σε στυλ Μπάουχαουζ που σχεδίαζε ο Πικιώνης. Στην Σχολή Καλών Τεχνών φοιτητές του υπήρξαν οι Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Διαμαντόπουλος κ.ά.). Το 1937 τιμήθηκε με το χρυσό βραβείο της Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού για την σύνθεση του ‘’Ο Ηρακλής μάχεται με τις Αμαζόνες’’. Το 1938 στην Μπιενάλε της Βενετίας, η Ιταλική κυβέρνηση αγόρασε πίνακα του με θέμα τον ‘’Ευαγγελισμό της Θεοτόκου ‘’ . Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 μαζί με άλλους λογίους προσυπέγραψε έκκληση των διανοουμένων προς τους διανοούμενους του κόσμου όπου καυτηριαζόταν η ιταλική επίθεση και διεγείρονταν η παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

 

 

Παρά την αναγνώρισή του οδηγήθηκε σταδιακά στην απομόνωση και τη σιωπή. Το 1947 παραιτήθηκε από την καθηγητική έδρα, αρνούμενος τον συντηρητισμό της Σχολής. Δεν επικοινωνούσε πλέον με κανένα. Αυτοέγκλειστος αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και στους στοχασμούς του.Πρόβαλε μέσα από την έρευνα του τον παραδοσιακό ιστό  ενός επιπέδου γραφής  με προσανατολισμό ανάπλασης που εντόπιζε την αλήθεια της εποχής του,την παλαιότητα και την χρονική ταύτιση .                                                                              Προς το τέλος της ζωής του, έπαθε παράλυση και σταμάτησε κάθε δραστηριότητα. Τον Απρίλιο του 1967 τέθηκε σε δικαστική απαγόρευση. Η κόρη του και ο γιος του βρέθηκαν σε δικαστική διαμάχη για την κηδεμονία του . Πέθανε τον Ιούλιο του 1967 σε συνθήκες ένδειας και απομόνωσης, Ο Μαρίνος Καλλιγάς, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ανέφερε στον επικήδειο του πως : “Ο Παρθένης άνοιξε τα μάτια μας σε μια ακόμη -έως τότε άγνωστη- μορφή του τόπου μας. Απεκάλυψε μια κρυμμένη έκφρασή της. Άλλαξε την πορεία της καλλιτεχνικής μας όρασης. Σφράγισε με την προσωπικότητά του μια κρίσιμη εποχή”. Η κόρη του δώρισε τα έργα του που δεν είχαν πουληθεί στην Εθνική Πινακοθήκη. Αρκετά βρίσκονται στην Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών, σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.Στα περισσότερα διακρίνουμε την κυριαρχία των αισθαντικών αποδόσεων,τις διατάξεις της πληρότητας στην περιγραφική αντίληψη ,την αδιάσπαστη θρησκευτική υπόσταση και την εποπτεία των εμφανών επιρροών από την υπάρχουσα πραγματικότητα .                                                                                                            Ο Κωνσταντίνος Παρθένης αν και υπήρξε από τους θεμελιωτές της ελληνικής ζωγραφικής του 20ού αιώνα, θεωρήθηκε για κάποιους “ανορθογραφία” . Συνάδελφοί του και ακαδημαϊκοί της εποχής τον πολέμησαν και τον υπέσκαψαν .

 

Ο αριστοκράτης της τέχνης και ο άρχοντας της ζωής αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση στη ζωγραφική. Αρχικά, οι σπουδές του στη Βιέννη και η μουσική παιδεία τον έφεραν κοντά στον γερμανικό συμβολισμό και στον πρώιμο γερμανικό εξπρεσιονισμό ενώ οι κριτικοί τον κατέταξαν ως νεωτεριστή, μοντερνιστή και «σεσεσιονιστή» ,από το «Sezession» που σημαίνει «απόσχιση». Αργότερα, η επαφή του με τον μεταϊμπρεσιονισμό στο Παρίσι και η βαθιά γνώση της βυζαντινής αγιογραφίας τον ώθησαν προς την διαμόρφωση ενός τελείως προσωπικού ύφους. Μέσα σε λαμπερά και εξαϋλωμένα χρώματα παρουσίαζε μια εξιδανικευμένη Ελλάδα με απτότητα πρόθεσης και διαδικασία ανασύνθεσης . Στις πολυκύμαντες συλλήψεις του που διαπνέονται από ιδεαλισμό και αρμονία, κυριαρχούν οι φιγούρες και τα τοπία, ενώ το λιτό σχέδιο και το απαλά τονισμένο χρώμα συμπλέουν απαλλαγμένα από το βάρος της ύλης, αποτυπώνοντας μία σχέση καθαρά ψυχική.                Η διττή αρκετές φορές θεματολογία του ανταποκρίνονταν σε αναφορές από  γνώριμα μέρη και σε παραπομπές στην αρχαιολογική και σύγχρονη αρχιτεκτονική πρόσμειξη .Η οργάνωση της με εκφραστικό ιδίωμα διέθετε την οπτική κλίμακα της Ελληνικότητας σε συνδυασμό με τον ηθογραφικό ρυθμό του φολκλορικού ερείσματος.Σήμερα παρακολουθώντας ότι άφησε παρατηρούμε πως τα χρώματα του ξανοίγουν και αναμειγνύονται  με την καθαρότητα του ελληνικού φωτός  σε μια δυναμική που αξιοποιείτε στο έπακρο.Άλλωστε ο χρωστήρας του στρέφονταν συχνά στην εμπέδωση στοιχείων που καθιστούσαν ζωντανές τις εικόνες από μνήμες  και προσέδιδαν μια θερμή οικειότητα σε χαρτογραφήσεις που διεκπεραίωνε εναρμονισμένα και σταθερά .                                                                                          Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον του αγοραστικού φιλότεχνου κοινού για έργα του αναζωπυρώθηκε .Πίνακές του διατίθενται και  πωλούνται σε διεθνείς δημοπρασίες.

 

Ο ΛΕΌΝΤΙΟΣ ΠΕΤΜΕΖΑΣ είναι ιστορικός αναλυτής ,κριτικός τέχνης-λογοτεχνίας