Τὸ νιώθω πιὰ δὲν εἶναι ἀρκετὸ

Ἀνυπεράσπιστο στέκει

στὶς παγίδες

τόσων πεινασμένων

Στὴ βουλιμία τους

ἀντιστέκομαι μὲ ψυχὴ

στὴ λεηλασία τους ἄφωνο θήραμα

ναυάγιο μόνο σαλεύω

Ὅσα χρειάζονται νὰ ὑποφέρω

ὅσα πληγώνουν βαθιὰ τὴν ψυχὴ

ἀλλὰ καὶ τὸ κορμὶ μου

μὲ περισσὴ ἐπιμέλεια

συλλέγω ἀκούραστα

Τὸ νὰ νιώθω πιὰ

δὲν εἶναι ἀρκετὸ

τὰ λόγια μου

μαραμένα λουλούδια

ἀπὸ νεροσυρμὴ παρασύρονται

ἄσκοπα μελωδοῦν σὲ σκονισμένα λευκώματα

σαβανωμένα

ὑλομανὴς ἡ ἐποχὴ δέ νιώθει δέν μπορεῖ

ἐξα·υ·λώνει τὶς αἰσθήσεις

ὥσπου ὅλα τὰ πάντα πωλοῦνται χωρὶς ντροπὴ

γιὰ λίγες σταγόνες ἐπιφανειακῆς

κάβλας

γιὰ νὰ χορτάσει ἡ σάρκα -χῶμα

περιτυλιγμένο τίποτα

Ἀποτινάζω τόν κονιορτὸ κι ἀπέρχομαι

Μές στὴν ψυχὴ μὲ τὴν ψυχὴ γράφω

Πικρὴ ἡ περιπλάνησή μου

στίς ἀπολήξεις ἀπόκρημνων βράχων

ἀκροπατῶ μισοσβησμένος

πόσο θὰ ἀντέξω πόσο μπορῶ δὲν ξέρω

Ἀνυπόφορη ἡ φθορὰ

στὸ θανάσιμο ἐναγκαλισμό της

μὲ λύπη ἀντιμάχεται τὴ χαρὰ μου

νικάει τὰ ἱκετήρια ἀγγίγματά σου

θὰ φύγω δὲν τὸ ἀντέχω ἄλλο

Δὲ μοῦ ἔμεινε χρόνος πολὺς

θὰ φύγω κουράστηκα τόσο

μέσα μου μανιάζει θύελλα

Τὸν ἑαυτό μου μὲ ἐμπιστοσύνη

στὸν ἄνεμο καλλίτερα

σὰν πέτρα στὸ χειμώνα ἀφήνω

Ὕστερα στὸ λιθόστρωτο τῆς ψυχῆς μου

τὸ ραβδὶ τοῦ τυφλοῦ

στό κατώφλι αὐτοῦ τοῦ κόσμου

ἀκουρμαίνομαι

τῆς συντριβῆς μου τοὺς ἤχους

τὶς σιδεριὲς ποὺ φυλακίζουν ὄνειρα

γυμνὲς στιγμὲς μου σείοντας ἁλυσίδες

τείχη ψυχρῆς λογικῆς λογχίζουν

τὸ κενὸ μεγαλώνουν

αἰχμαλωτίζουν χαμόγελα

θὰ φύγω πρέπει

νόθευσε καὶ ἡ ἀγάπη

 

αἰχμηροὶ ἄνθρωποι δὲν συγχωροῦν

τόση αθωότητα

τόση ἀγάπη

Γιάννης Μασμανίδης