Του Βαγγέλη Μπάκα

Πάντα ξυπνώ χαράματα, αλλά η χθεσινή αφύπνιση έγινε από κάποιο αηδόνι. Κατέβηκα στην αυλή για να το απολαύσω και ταυτόχρονα να ποτίσω τον κήπο.

Δεν σταμάτησε στιγμή. Μέχρι που αναγκάστηκα να του κάνω σπάσιμο, λέγοντας πως δεν το φτάνει σε τίποτα το αηδόνι των Γρεβενών. Επικαλούμενος φυσικά τον πρωτοξάδερφό μου και δημοτικό τραγουδιστή Θανάση Παπαργύρη.

Ξαφνικά μπαίνει στην μπάντα ο κούκος. Κούκου, κούκου, κούκου! Με τσάκισε, αφού δεν είχα πιει ούτε νερό! Ενώ το μονότονο ρεφραίν ακουγόταν σαν να είχε κολλήσει η βελόνα.

Να κι ο μαυροκόρακας. Μόλις κάθισε στην κορυφή της βαλανιδιάς άρχισε κι αυτός να μπαίνει στο συγκρότημα με εκείνο το άχαρο κρα κρα! Ακουγότανε σαν  ποντιακό νταούλι σε συμφωνία του Μπετόβεν! Συνέχισα να μονολογώ: Αν σε πω όρνιο θα σε τιμήσω!… Τσακίσου φύγε γρήγορα από δω, μην τυχόν και μας βρει κανένα κακό! Και του πέταξα μια πέτρα.

Κι αφού ολοκλήρωσα το πότισμα έκλεισα τη βρύση και μπήκα στο σπίτι για πρωινό.

Καλημερίζω τη σύζυγο και μου λέει με επικριτικό τόνο, χωρίς κάποιο λόγο:

«Με ποιον μιλούσες τόση ώρα;».

«Με τα πουλιά! Σύγκρινα το αηδόνι με τον ξάδερφο Θανάση, το αηδόνι των Γρεβενών, και το έβγαζα δεύτερο! Ενώ τον κούκο τρίτο!».

«Γι αυτό λένε τρεις κι ο κούκος;».

«Άσχετο! Εσύ πώς και σηκώθηκες τόσο πρωί;»

«Με σηκώσανε!».

«Ποιος;».

«Το τηλέφωνο! Θέλεις να σου τώρα τα νέα, ή μετά το πρωινό;»

«Τώρα!…».

«Πέθανε ο ξάδερφός σου ο Θανάσης Παπαργύρης!»

Να και το θλιμμένο και μελαγχολικό τραγούδι του Γκιώνη, σκέφτηκα. Κι αφού βουβάθηκα για λίγο τα άκουσα κι από πάνω!

«Τους γλωσσόφαγες!…».

«Πάλι εγώ φταίω;».

«Τι ήταν να το πεις; Μόλις μπήκε ο Μάης είπες πως θα πάμε σε κηδείες αυτόν το μήνα. Χθες έφυγε από τη ζωή ο φίλος σου Νίκος Κόκκινος. Σήμερα ο ξάδερφος Θανάσης. Αύριο ποιος ξέρει! Και δεν πέρασαν ούτε δέκα μέρες! Λες να τριτώσει;».

Σαν αύριο, στις 8-5-2010, πέθανε ο αδερφός μου ο Χρήστος. Έχω χάσει εφτά αδέρφια μέχρι στιγμής και δεκαπέντε πρώτα ξαδέρφια! Να θυμηθείς να πάμε να ανάψουμε κεριά και καντήλια!

Στις πέντε η ώρα το απόγευμα έγινε η κηδεία του Θανάση στην Κοκκινιά Γρεβενών. Μόνο πάνδημη δεν ήταν λόγω κοροναϊού! Η συνάντησή μας με τους λίγους συγγενείς ήταν άκρως συγκινητική, αλλά και βουβή. Τι κρίμα, σκέφτηκα, να ανταμώνουμε μόνο στις κηδείες! Πώς έγινε έτσι η ζωή μας! Πού είναι οι γάμοι, τα πανηγύρια, οι βαπτίσεις! Μόνο κηδείες κι αυτές ολιγομελείς.

Αν και το κλίμα ήταν τόσο βαρύ χάρηκα που συνάντησα συγγενικά και προσφιλή μας πρόσωπα. Την Αντωνία, τον Θανάση, τον Αλέκο, την Κούλα και αρκετούς άλλους.

Το αηδόνι των Γρεβενών σίγησε για πάντα, έπειτα από πολύχρονη και ανίατη αρρώστια. Τα τραγούδια του όμως θα είναι αθάνατα και θα ακούγονται σε όλες τις ηπείρους.

Καλό ταξίδι και καλόν παράδεισο αγαπημένε ξάδερφε Θανάση. Κι αν αληθεύει πως υπάρχουν και στον άλλο κόσμο πανηγύρια, σε περιμένει πολύ δουλειά!

Με απερίγραπτη θλίψη και πόνο. Βαγγέλης Αθηνά