……………………………………………………………………………………..
1. Γενική αποτίμηση.
…………………………………….
Το σημερινό εργασιακό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, όπως διαμορφώνεται την τελευταία σκληρή 10ετία, μετά από μια διπλή πρωτοφανή δοκιμασία, τόσο, της οικονομικής κρίσης χρέους, όσο και της υγειονομικής κρίσης της πανδημίας, είναι σε κάθε περίπτωση απολύτως απαγορευτικό για τέτοιου είδους νομοθετικές παρεμβάσεις, σαν αυτή που φέρνει η κυβέρνηση. Οι αντιδράσεις των εργαζομένων και της κοινωνίας ευρύτερα είναι δικαιολογημένες και δίκαιες. Η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και μάλιστα σε συνθήκες πανδημίας, επιβάλλουν θετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες θα έπρεπε να επικεντρώνονται σε μέτρα στήριξης της εργασίας και των εργαζομένων κι όχι σε νομοθετήματα περαιτέρω απορρύθμισής της.
Πρόκειται για σειρά ρυθμίσεων με τις οποίες παραχωρούνται και νέα εργαλεία στους εργοδότες, προκειμένου αυτοί να επιβάλλουν όρους εργασίας και αμοιβής με βάση την ατομική σύμβαση εργασίας, που υποβαθμίζουν περαιτέρω τη θέση των εργαζομένων και συμπιέζουν την αξία της εργατικής δύναμης.
Το ΣχΝ γκρεμίζει και τις τελευταίες σοβαρές θέσεις άμυνας του εργατικού δικαίου της χώρας, όσα απέμειναν όρθια μετά τη δεκάχρονη εφαρμογή των μνημονίων και την πανδημία που συνεχίζεται εδώ και ενάμιση χρόνο. Σ΄αυτά τα μέτρα συγκαταλέγεται και η ψήφιση του Ν. 4635/2019, με τον οποίο στραγγαλίστηκε το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία, που έχει συνταγματικό θεμέλιο, όπως κρίθηκε τόσο με την 25/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου όσο και με την 2307/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Οι ρυθμίσεις του ΣχΝ έρχονται να προστεθούν σε μια σειρά αντεργατικών ρυθμίσεων που επέβαλαν ακραία επισφάλεια στις εργασιακές σχέσεις, επέφεραν καίρια πλήγματα στο θεσμό των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και έπληξαν το μοντέλο της ασφαλούς και αξιοπρεπώς αμειβόμενης εργασίας.
Σε ένα περιβάλλον ακραίας ευελιξίας της αγοράς εργασίας και έντονης επισφάλειας του εργατικού δυναμικού της χώρας, που τροφοδοτείται από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, την εκτεταμένη χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης και την αποσάθρωση και υποβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, το ΣχΝ προσλαμβάνει, εκτός από τον αντεργατικό προσανατολισμό του και έντονα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά. Ο κος Χατζηδάκης αφού επιτέλεσε ”θεάρεστο” για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους έργο στο προηγούμενο Υπουργείο, το Υπουργείο Ενέργειας, έρχεται τώρα να ολοκληρώσει το έργο του με τούτο το απαράδεκτο ΣχΝ.
2. Για τις υπερωρίες.
…………………………………….
Με το ΣχΝ αυξάνεται ο αριθμός των νόμιμων
υπερωριών στις 150 ώρες ετησίως, από 120 που ισχύει σήμερα. Συγχρόνως τίθεται ως ημερήσιο όριο νόμιμης υπερωρίας οι τρεις (3) ώρες, το οποίο αθροιζόμενο με το οκτάωρο και τη μία ώρα υπερεργασίας μας δίνει 12 ώρες ημερήσιας απασχόλησης .
Ακόμη με το ΣχΝ προστίθεται διάταξη με την οποία
παρέχεται εξουσιοδότηση στον Γενικό Γραμματέα Εργασίας του
Υπουργείου Εργασίας να μπορεί με αποφάσεις του να χορηγεί άδεια
υπερωριακής απασχόλησης των εργαζομένων όλων των επιχειρήσεων και εργασιών, επιπλέον των επιτρεπόμενων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης ετησίως , δηλαδή άνω των 150 ωρών , σε περιπτώσεις επείγουσας φύσης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή η αμοιβή για την υπερωριακή αυτή απασχόληση ορίζεται ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 60%. Ο Γενικός Γραμματέας, μετά τον μετασχηματισμό του Σ.ΕΠ.Ε. σε Ανεξάρτητη Αρχή, έχει αποξενωθεί από τρέχουσες υποθέσεις εργατικής φύσεως, ωστόσο για την αύξηση των υπερωριών είναι εκεί, ως εκπρόσωπος μάλλον της εργοδοσίας, παρά των εργαζομένων, για να αποφασίσει υπέρ της εργοδοσίας, κι ας εξακολουθεί να έχει τον τίτλο Γ.Γ. Εργασίας!
3. Διεύρυνση καταλόγου επιχειρήσεων χωρίς Κυριακάτικη αργία.
…………………………………………………………………….
Διευρύνεται ο κατάλογος των επιχειρήσεων για τις οποίες δεν ισχύει η Κυριακάτικη αργία. Προστίθενται σ αυτές ταχυδρομικές υπηρεσίες (courier) , δραστηριότητες παραγωγής νοσηλευτικών υλικών, κέντρων logistics, ιδίως παραλαβής, αποθήκευσης, συλλογής και διανομής εμπορευμάτων, όπως και επισκευής και συντήρησης περονοφόρων και ανυψωτικών μηχανημάτων, κέντρων κοινών υπηρεσιών ομίλων επιχειρήσεων, κέντρων δεδομένων (“data centers”) και εν γένει μηχανογραφικών κέντρων ομίλων επιχειρήσεων κλπ. Η διεύρυνση του καταλόγου των επιχειρήσεων που θα μπορούν να λειτουργούν και τις Κυριακές, οδηγεί σε κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας, με όλες τις συνέπειες για την επαγγελματική και ιδιωτική ζωή των εργαζομένων.
4. Προστασία από τις απολύσεις: τέλος (παρά τα υποκριτικά).
…………………………………………………………………………..
Πλήρης αντιστροφή των όρων στη δίκη. Ο εργαζόμενος οφείλει να αποδείξει ότι κακώς απολύθηκε, κι όχι ό εργοδότης που τον απέλυσε. Το βάρος απόδειξης του λόγου ή των λόγων της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης το έχει ο εργαζόμενος. Ο εργοδότης έχει, κατόπιν αυτού, την υποχρέωση να ανταποδείξει ότι η απόλυση είναι έγκυρη. Επίσης, με άλλη ρύθμιση, αναιρείται η υποχρέωση επαναπασχόλησης του εργαζομένου, ως
συνέπεια της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και της υπερημερίας του εργοδότη. Ο εργοδότης μετά από
αίτημά του στο δικαστήριο μπορεί να ματαιώσει τη δυνατότητα αυτή. Επιπλέον, ο εργοδότης απαλλάσσεται από τη βασική συνέπεια της υπερημερίας του, δηλαδή την υποχρέωση πληρωμής μισθών
υπερημερίας, η οποία υποκαθίσταται από την πληρωμή πρόσθετης
αποζημίωσης!
5. Διευθέτηση του χρόνου εργασίας.
………………………………………………………………….
Το κρίσιμο στοιχείο της προωθούμενης ρύθμισης είναι το γεγονός ότι η διευθέτηση του χρόνου εργασίας θα μπορεί πλέον να εφαρμόζεται με συμφωνία εργοδότη -εργαζόμενου. Δηλαδή ο ουσιώδης όρος που αφορά στο χρόνο εργασίας θα μπορεί να ρυθμίζεται πλέον όχι με συλλογική, αλλά με ατομική σύμβαση εργασίας, όπου ο εργοδότης είναι κυρίαρχος. Με το ΣχΝ η εφαρμογή του συστήματος διευθέτησης θα ανήκει πλέον ουσιαστικά στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη. Έτσι, με την ψήφιση του ΣχΝ θα του παρασχεθεί ένα ακόμη εργαλείο για την περαιτέρω ελαστικοποίηση της εργασίας και την αποφυγή πληρωμής υπερεργασίας και υπερωριών. Η τυχόν απαιτούμενη αίτηση του εργαζόμενου δεν έχει καμιά αξία, δεδομένου ότι, λόγω της υπάρχουσας εγγενούς ανισότητας στη σχέση εργαζόμενου – εργοδότη, σε καμιά περίπτωση, ιδίως στις παρούσες συνθήκες επισφάλειας, ο εργαζόμενος δεν θα μπορέσει εύκολα να αρνηθεί την πρόταση του εργοδότη να υποβάλει αίτημα διευθέτησης του χρόνου εργασίας, αφού στο επίπεδο αυτό -και μάλιστα χωρίς τη μεσολάβηση συνδικαλιστικής οργάνωσης- ο εργοδότης είναι κυρίαρχος και θα μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του στον εργαζόμενο. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα ποσοστό περίπου 97 % των επιχειρήσεων είναι μικρο-μεσαίες (ΜμΕ), όπου λόγω του μικρού αριθμού εργαζομένων δεν υπάρχουν σωματεία, η παραπάνω ρύθμιση προκαλεί εύλογη τεράστια έκπληξη γιατί πρέπει να προβλεφθεί και να υπάρξει, όταν η εργοδοσία έχει ήδη όλα τα όπλα από την πλευρά της, κυρίως την επιχειρηματική εξουσία. Ο μόνος λόγος είναι για να θωρακισθεί με κάθε τρόπο η εργοδοτική πλευρά, ακόμα κι εκεί που δεν υπάρχει καν ζήτημα.
6. Το δικαίωμα στην απεργία.
……………………………………………………..
Εδώ, παρά τη διαπιστωμένη σήμερα αδυναμία των Συνδικάτων να πραγματοποιήσουν σοβαρές και αποτελεσματικές απεργιακές κινητοποιήσεις, διαπιστώνεται το μένος, αποκαλύπτεται η πραγματική αντίληψη του Υπουργείου και της Κυβέρνησης. Ο εμβληματικός ν.1264/1982, που τότε, το 1982, καταψηφίστηκε από τη ”Ν.Δ.” πρέπει σε ό,τι απέμεινε από τα εργατικά δικαιώματα και ιδιαίτερα σε ό,τι προστατεύει το ιερό δικαίωμα της απεργίας να εκθεμελιωθεί. Για τη τη νομιμότητα πλέον κάθε απεργίας προβλέπεται η προειδοποίηση του εργοδότη να είναι έγγραφη, να επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή και να περιλαμβάνει την ημέρα και ώρα έναρξης και λήξης της απεργίας, τη μορφή της, τα αιτήματα της απεργίας και τους λόγους που τα θεμελιώνουν. Το ισχύον δίκαιο αρκείται σε απλή προειδοποίηση του εργοδότη, η οποία δεν είναι απαραίτητο να κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή, καθόσον ενδιαφέρει το ουσιαστικό στοιχείο της ενημέρωσης του εργοδότη. Στο έγγραφο της προειδοποίησης δεν απαιτείται εκτός από τα αιτήματα, να
εκτίθενται και οι λόγοι που τα θεμελιώνουν. Εξάλλου ο εργοδότης γνωρίζει πολύ καλά τους λόγους και τις αιτίες που οι εργαζόμενοι της επιχείρησής του πρόκειται να απεργήσουν. Τα παραπάνω δεν συνιστούν μόνο εμπόδια στην άσκηση του δικαιώματος, αλλά και σημεία δικαστικής προσβολής (και με ασφαλιστικά μέτρα) της απεργίας. Αν συνυπολογισθεί η νομολογία των Δικαστηρίων, όπου σ΄ ένα ποσοστό της τάξεως του 85% οι απεργίες έχουν κριθεί παράνομες, τότε έχουμε μια σκληρή εικόνα παρεμπόδισης άσκησης του απεργιακού δικαιώματος.
Όμως, η εκθεμελίωση συνεχίζεται. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, η συνδικαλιστική οργάνωση που κηρύσσει απεργία υποχρεούται να προστατεύει το δικαίωμα των εργαζομένων, οι οποίοι δεν συμμετέχουν στην απεργία, ώστε να προσέρχονται και να αποχωρούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα από την εργασία τους και να παρέχουν αυτήν χωρίς εμπόδιο και ιδίως χωρίς την άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας σε βάρος τους από οιονδήποτε.
Σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής η απεργία μπορεί να διακοπεί με δικαστική απόφαση (που λαμβάνεται με τη γνωστή ταχύτητα). Στην περίπτωση αυτή, για την κήρυξη νέας απεργίας απαιτείται εκ νέου και εξ αρχής τήρηση όλων των διατυπώσεων του νόμου. Με την προτεινόμενη ρύθμιση η συνδικαλιστική οργάνωση καθίσταται υπεύθυνη για πράξεις τρίτων, με συνέπειες καταλυτικές για το απεργιακό δικαίωμα. Επιπλέον, η εισαγωγή εννοιών, όπως η ‘’ψυχολογική βία’’, δημιουργεί μεγάλους κινδύνους για την άσκηση του δικαιώματος απεργίας, το οποίο κινδυνεύει να καταστεί ανενεργό . Οι περιορισμοί και απαγορεύσεις που ορθώνει το ΣχΝ δεν παρεμποδίζουν απλώς την νόμιμη άσκηση του δικαιώματος απεργίας αλλά οδηγούν σε κατάλυσή του, δηλαδή, σε παραβίαση του άρθρο 23 παρ. 2 του Συντάγματος. Προβλέπεται, ακόμα, ότι όσο διαρκεί ο δημόσιος διάλογος, αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, ενώ
στο ισχύον δίκαιο προβλέπεται ότι η διεξαγωγή του δημόσιου διαλόγου δεν αναστέλλει την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας. Πρόκειται για αποστέρηση ενός δικαιώματος των εργαζομένων που αποτελεί το έσχατο μέσο διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους.
Και όταν όλα αυτά θα έχουν ξεπερασθεί από τους εργαζόμενους και η απεργία θα μπορεί να πραγματοποιηθεί, ακόμα και τότε, η απεργία θα τορπιλισθεί: το εργαλείο ονομάζεται ”Προσωπικό Ασφαλείας και Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας” και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που μέχρι τώρα γνωρίζατε. Σύμφωνα με το ΣχΝ, στις υπηρεσίες οργανισμούς, επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις της παρ. 2 του άρθρου 19, και πάλι του ν. 1264/1982 πέραν του προσωπικού ασφαλείας διατίθεται και προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας (Προσωπικό Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας). Οι στοιχειώδεις αυτές ανάγκες ορίζονται από το ΣχΝ, ως, τουλάχιστον, το ένα τρίτο (⅓) της συνήθως
παρεχόμενης υπηρεσίας, ανάλογα με τους κινδύνους που προκύπτουν για τη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών. Πρόκειται για ένα μεγάλο ποσοστό κάλυψης αναγκών, που αν προσμετρηθεί και με τις υπηρεσίες των τυχόν μη απεργών, εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της απεργίας. Απεργία δεν υπάρχει!
Ακόμη, ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται η κήρυξη απεργίας χωρίς να έχει προηγουμένως καθοριστεί το προσωπικό ασφαλείας και, όπου απαιτείται, το προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας και χωρίς να έχει τεθεί πραγματικά στη διάθεση του εργοδότη. Σημειώνω μόνο ότι στο ισχύον δίκαιο υπάρχει υποχρέωση διάθεσης προσωπικού ασφαλείας και, προκειμένου για επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Ο ισχύων νόμος δεν καθορίζει ελάχιστο ποσοστό του προσωπικού αυτού. Αν δε η μεσολάβηση για το ζήτημα του καθορισμού προσωπικού ασφαλείας δεν καταλήξει σε συμφωνία, η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί από οποιαδήποτε πλευρά στην Επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982.
7. Οι Συλλογικές Συμβάσεις.
…………………………………………………
Ερχόμαστε στο άλλο μέγα θέμα των Συλλογικών Συμβάσεων.
Το κεντρικό ζήτημα εδώ είναι ότι οι Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας καθορίζουν μόνο τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Καταργείται η δυνατότητα να ρυθμίζονται με ΕΓΣΣΕ και μισθολογικοί όροι. Στο ισχύον δίκαιο υπάρχει η δυνατότητα θέσπισης και μισθολογικών όρων, με τον περιορισμό ότι οι όροι αυτοί ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων.
Η ρύθμιση αυτή του ΣχΝ είναι αντίθετη με το Σύνταγμα και ειδικότερα με το άρθρο 22 παρ. 2 Σ που προστατεύει τη συλλογική αυτονομία.
Όπως, όμως, είναι γνωστό, με σειρά νομοθετικών μέτρων (ΠΥΣ 6/2012, ν. 4093/2012) επήλθε μια πρωτοφανής επέμβαση στη συλλογική αυτονομία, αφού αφαιρέθηκε η εξουσία ρύθμισης όρων εργασίας από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις (και μάλιστα τις κορυφαίες) και μεταφέρθηκε αυτή στη Κυβέρνηση. Ο νομοθέτης έγινε ουσιαστικά και αποκλειστικά κυρίαρχος στη ρύθμιση του κατώτατου μισθού, αφού έχει ήδη αφαιρεθεί από τις κορυφαίες συνδικαλιστικές οργανώσεις η δυνατότητα καθορισμού του με καθολική εφαρμογή.
Η δυνατότητα ορισμού με ΕΓΣΣΕ υψηλότερου ορίου κατώτατου μισθού σε σχέση με αυτό του νόμου, που θα δεσμεύει μόνο τα μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων, έχει υπονομεύσει εξαρχής στην πράξη κάθε συλλογική προσπάθεια στην κατεύθυνση αυτή. Γιατί όποια εργοδοτική οργάνωση θα δεχθεί τελικά να υπογράψει μια τέτοια ΕΓΣΣΕ αναλαμβάνει, συγχρόνως, και τον κίνδυνο να αποχωρήσουν τα μέλη της προκειμένου να μη δεσμεύονται από αυτήν.
Το ΣχΝ επικυρώνει την υπάρχουσα διάσπαση των όρων της ΕΓΣΣΕ σε μισθολογικούς και μη μισθολογικούς, αφαιρώντας πλήρως την νομοθετική δυνατότητα καθορισμού μισθολογικών όρων ευνοϊκότερων από τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό. Πρόκειται για μια ρύθμιση που είναι αντίθετη με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος , όπως ερμηνεύθηκε κι από την ΟλΣτΕ 2307/2014, που συγχρόνως υπονομεύει το ρόλο και τη λειτουργία της ίδιας της ΓΣΕΕ, αφού αναιρείται η κορυφαία εκδήλωση συλλογικής αυτονομίας, που είναι η υπογραφή της ΕΓΣΣΕ και ο καθορισμός του συνόλου των όρων εργασίας και αμοιβής (μισθολογικών και μη).Οι επαναλαμβανόμενες και εκτεταμένες παρεμβάσεις του Κράτους με διαρκή νομοθετικά μέτρα έχουν προκαλέσει επανειλημμένα την αποδοκιμασία της Επιτροπής Συνδικαλιστικής Ελευθερίας, του ανώτατου ελεγκτικού οργάνου της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, η οποία έχει ζητήσει από την Κυβέρνηση την έναρξη τριμερούς διαρκούς και εντατικού διαλόγου για την αναθεώρηση αυτών των μέτρων, με ειδικό βάρος στον τρόπο καθορισμού του εθνικού κατώτατου μισθού.
Με το ΣχΝ προστίθεται, επίσης, ρύθμιση σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που ασκηθεί αγωγή προσβολής των διαιτητικών αποφάσεων (είτε στο Μονομελές Πρωτοδικείο, είτε στο Εφετείο) αναστέλλεται η ισχύς της προσβαλλόμενης συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν υπάρξει συλλογική ρύθμιση αυτή δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί, σε περίπτωση που ασκηθεί αγωγή, για ένα μεγάλο διάστημα μέχρι η υπόθεση να τερματιστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Η συνέπεια της ρύθμισης είναι ότι με την άσκηση αγωγής, ακόμη και αβάσιμης, μπορεί να αναβάλλεται επ΄ αόριστον η εφαρμογή της συλλογικής ρύθμισης.
8. Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
………………………………………………………………
Τέλος, για το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και τη μετατροπή του σε Ανεξάρτητη Αρχή, μόνο ένα σχόλιο.
Ο κος Χατζηδάκης επαίρεται από τη μια ότι με το νόμο αυτό ενσωματώνει την 2019/1158 Ευρωπαϊκή Οδηγία και κυρώνει τη Σύμβαση 190 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για την εξάλειψη της βίας και της παρενόχλησης στον κόσμο της εργασίας, και από την άλλη παραβιάζει τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 81/1947 που κυρώθηκε από την Ελλάδα µε το Ν.3249/55 , η οποία στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι «Εφ’ όσον τούτο συµβιβάζεται προς την διοικητικήν πρακτικήν του Μέλους η επιθεώρησις εργασίας τίθεται υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον µιας κεντρικής αρχής».
Η προωθούμενη ρύθμιση μεταβάλλει τον διοικητικό χαρακτήρα του ΣΕΠΕ, με την μετατροπή του ΣΕΠΕ σε ανεξάρτητη αρχή, το Υπουργείο αποποιείται και αποσείει την ευθύνη για την θεσμική αποστολή και τον έλεγχο τήρησης της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας από την Επιθεώρηση Εργασίας.
Οι εκλεγμένες, δηλαδή κυβερνήσεις παύουν να έχουν υπό την ευθύνη τους τον Οργανισμό που έχει αποστολή να τηρεί την Εργατική Νομοθεσία, να υποστηρίζει την δίκαια και ορθολογική επίλυση εργατικών διαφορών και να υποστηρίζει την πλευρά των εργαζομένων σε όλες τις περιπτώσεις αυθαιρεσιών της εργοδοσίας. Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις απομακρύνονται και θεσμικά και νομικά, τουτέστιν πολιτικά από την εργασία και τον κόσμο της.
Εξάλλου η πληθώρα των Ανεξαρτήτων Αρχών, πέρα από τη φιλολογία περί αντικειμενικότητας και τα τοιαύτα, αποτελεί αποδυνάμωση της πολιτικής εντολής, του πολιτικού περιεχομένου και των εξ αυτών ευθυνών των οργάνων της Κυβέρνησης που εκλέγεται από το Λαό. Εξάλλου τα περί ”αντικειμενικότητας” οφείλουν να τα εφαρμόζουν πρώτοι και καλύτεροι οι κυβερνώντες κι όχι να αποδέχονται έμμεσα ότι δεν μπορούν. Αποτελούν δηλαδή απόσειση της ευθύνης και έμμεση μετακίνηση της εντολής που έχουν λάβει σύμφωνα με το Σύνταγμα από τον Ελληνικό Λαό σε όργανα απογυμνωμένα από το στοιχείο της πολιτικής ευθύνης.
Νομίζω, μετά από αυτά ότι έγιναν σαφή όλα τα σχετικά με τους στόχους αλλά και τις προθέσεις της κυβέρνησης.
Εξωραϊσμός δεν μπορεί να υπάρξει.
Ελευθέριος Τζιόλας