Έχω την χαρά να φιλοξενώ την συγγραφέα Ελευθερία Κυρίμη με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο ” ΚΑΛΟ ΣΗΜΑΔΙ” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

Καλώς ήρθατε στο Love Book Diary

– Το βιβλίο σας «Καλό σημάδι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και εύχομαι να είναι καλοτάξιδο. Θα ήθελα να μας πείτε ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε το συγκεκριμένο βιβλίο και ποια μηνύματα θέλατε να περάσετε στους αναγνώστες;

Ο σπόρος μπήκε στα εφηβικά μου χρόνια, όταν περνούσα τα καλοκαίρια στο οικογενειακό μας σπίτι στη Μάνη. Τότε στο χωριό δεν υπήρχαν χώροι διασκέδασης για τη νεολαία γι’ αυτό και τα περισσότερα βράδια εμείς τα παιδιά καθόμαστε στην πέτρινη βεράντα ακούγοντας παλιές ιστορίες από τους μεγάλους και κυρίως τη γιαγιά μας. Κάποια στοιχεία από αυτές τις ιστορίες έχουν ενσωματωθεί και στο βιβλίο. Σε ό,τι αφορά τα μηνύματα, θεωρώ ότι κάθε αναγνώστης ανάλογα με τις δικές του προσλαμβάνουσες και τα δικά του βιώματα θα εισπράξει κι ένα διαφορετικό μήνυμα. Αυτή άλλωστε δεν είναι και η μαγεία της λογοτεχνίας;

– Είμαι από τους αναγνώστες που έχω επισκεφτεί τη Μάνη και έχω γευτεί το υπέροχο πέτρινο αλλά συνάμα άγριο τοπίο της. Ποια είναι η διαφορά της σημερινής Μάνης σε σχέση με το χθες, με τα χρόνια που έζησαν οι γιαγιάδες μας;

Η μέρα με τη νύχτα! Σήμερα η Μάνη αποτελεί έναν δημοφιλή τουριστικό προορισμό με όλα τα καλά αλλά και τα κακά που αυτό συνεπάγεται. Στα χρόνια της γιαγιάς μου, στην οποία αφιερώνω και το βιβλίο, οι κάτοικοι της περιοχής ζούσαν πολύ στερημένα σε έναν τόπο άγονο και άνυδρο. Ειδικά όμως οι γυναίκες υφίσταντο και την καταπίεση μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας η οποία παραδοσιακά, λόγω του εθιμικού δικαίου και της βεντέτας, είχε μεγάλη ανάγκη από ντουφέκια δηλαδή άντρες, με αποτέλεσμα ο ερχομός ενός κοριτσιού στη μανιάτικη οικογένεια να αντιμετωπίζεται ως κακοτυχία.

– Η ηρωίδα που αγάπησα αλλά και πόνεσα πολύ ήταν η Μαρίκα, μια γυναίκα που φαινομενικά ήταν εύθραυστη, χωρίς γυναικεία κάλλη και πλουμιστά στολίδια που ζαλίζουν τους άνδρες, αλλά τόσο μα τόσο δυνατή που ο χαρακτήρας της με εντυπωσίασε πραγματικά. Θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για αυτή τη γυναίκα, για να τη γνωρίσουν οι αναγνώστες μας.

Ένα συνηθισμένο, αδιάφορο εμφανισιακά κορίτσι με οικογενειακή καταγωγή από την Κάσο ξεκινά από την Ισμαηλία της Αιγύπτου για να παντρευτεί τον γιο ενός πλούσιου Μανιάτη μεγαλέμπορου. Έτσι ξαφνικά η Μαρίκα βρίσκεται πολύ μακριά από τους δικούς της ανθρώπους, σε έναν άγνωστο τόπο, σε μια σκληρή ελληνική επαρχία που δεν θυμίζει σε τίποτα την εξευρωπαϊσμένη πόλη στην οποία μεγάλωσε με τα βουλεβάρτα, τα μεγαλοπρεπή κτίρια και τα ωραία μαγαζιά. Συνηθισμένη να υπακούει τυφλά στις εντολές των γονιών της, αποδέχεται τη μοίρα της κι αναλαμβάνει αγόγγυστα τον νέο της ρόλο ως μητέρα και σύζυγος. Φέρνει στον κόσμο πολλά παιδιά και δημιουργεί μια μεγάλη οικογένεια με έναν ιδιαίτερα γοητευτικό άντρα, τον Μιχάλη Κουράκο, ο οποίος με την ανοχή του πατέρα του, Παντελή Κουράκου, άρχοντα της περιοχής, κακοποιεί συστηματικά τη Μαρίκα και τα παιδιά τους. Θα έρθουν στιγμές απελπισίας, στιγμές που θα λυγίσει και θα θελήσει να δώσει τέλος στη ζωή της, θα έρθει όμως κι η στιγμή της προσωπικής ωρίμασης, όταν η Μαρίκα θα σταθεί στα πόδια της και θα παλέψει με νύχια και με δόντια προκειμένου να προστατεύσει τα παιδιά της.

–  Η ιστορία στηρίζεται πάνω σε μυστικά του παρελθόντος, σε νήματα που ενώνουν τις ζωές των ηρώων καθώς και σε ανοιχτές πληγές. Μπορούν όλα αυτά τα μυστικά να αποκαλυφθούν έπειτα από χρόνια και να λυτρώσουν τις ψυχές ή τελικά ό,τι γράφεται με ανεξίτηλη πένα δεν μπορεί να σβήσει;

Τα μυστικά όταν αφορούν τραύματα είτε ατομικά είτε συλλογικά είναι προτιμότερο να έρχονται στην επιφάνεια παρά να κρύβονται για χρόνια σφαλισμένα σε σεντούκια. Οι πληγές, αν δεν γιατρευτούν, κακοφορμίζουν. Είναι λοιπόν προτιμότερο να αναμετριέσαι με αυτά τα θαμμένα μυστικά, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό, γιατί τότε και μόνο τότε έχεις την ελπίδα ότι θα καταφέρεις να γιατρευτείς και να απαλλαγείς οριστικά από τα βαρίδια του παρελθόντος.

–  Μπορεί ένα επαγγελματικό ταξίδι να μετατραπεί σε ταξίδι αυτογνωσίας; Τι κέρδισε η Ηλέκτρα που αντιπροσωπεύει τη σύγχρονη γυναίκα του σήμερα και της οικονομικής κρίσης;

Για την Ηλέκτρα Μακρή το ταξίδι στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Μάνης ξεκινά ως ένα συνηθισμένο επαγγελματικό ταξίδι. Αναλαμβάνοντας το σχετικό αφιέρωμα του ταξιδιωτικού περιοδικού στο οποίο εργάζεται, η νεαρή δημοσιογράφος πηγαίνει σε ένα παλιό αρχοντικό που λειτουργεί πλέον ως πολυτελές ξενοδοχείο. Γρήγορα όμως συνειδητοποιεί ότι η εικόνα που «σερβίρουν» οι ιδιοκτήτες στους πελάτες του ξενοδοχείου για το παρελθόν του αρχοντικού και της οικογένειας Κουράκου που έζησε σε αυτό δεν είναι παρά μια πλαστή εξιδανικευμένη εικόνα. Αναζητώντας τα καλά κρυμμένα μυστικά της οικογένειας θα έρθει αντιμέτωπη και με το τραυματικό παρελθόν της Μάνης στα χρόνια του Εμφυλίου. Όλη αυτή η διαδικασία, καθώς και η γνωριμία της με κατοίκους της περιοχής και κυρίως η γνωριμία της με τη γιαγιά Φιλιώ και τον εγγονό της τον Πότη, θα την κάνουν να δει με άλλη ματιά τις επαγγελματικές και προσωπικές επιλογές της, τους συμβιβασμούς που αναγκάστηκε να κάνει, τις φιλοδοξίες και τα όνειρά της που δεν εκπληρώθηκαν. Αυτός ο απολογισμός ζωής που γίνεται με αφορμή το ταξίδι της στη Μάνη είναι ο δρόμος που θα την οδηγήσει τελικά στην αυτογνωσία.

– «Τίποτις δεν είναι καταπώς δείχνει, ούτε στον Κόχυλα ούτε στον κόσμο ολάκερο»: μια έκφραση της γιαγιάς Φιλιώς που χαράχτηκε στο μυαλό μου από τη στιγμή που τη διάβασα. Ποια είναι η άποψή σας για αυτό;

Νομίζω ότι αυτή είναι μία από τις βασικές ιδέες που αναδεικνύονται στο βιβλίο. Η σύγκρουση δηλαδή ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και στο «είναι». Τα φαινόμενα πολλές φορές απατούν, όπως και στην περίπτωση του αρχοντικού Κουράκου και της εξιδανικευμένης εικόνας για το παρελθόν της οικογένειας που προωθούν οι ιδιοκτήτες του. Όταν λοιπόν αναζητάμε την αλήθεια, θα πρέπει να σκαλίζουμε βαθιά και να μην περιοριζόμαστε στην επιφάνεια που πολλές φορές μας ξεγελά.

– ΚΑΛΟ ΣΗΜΑΔΙ: δύο λέξεις που στολίζουν το εξώφυλλο του βιβλίου. Ποια είναι η σημασία του τίτλου, πού βρίσκεται το καλό σημάδι τελικά;

Τα θέματα που θίγει το βιβλίο είναι ιδιαιτέρως σκληρά και «ζόρικα»: ενδοοικογενειακή βία, κακοποίηση γυναικών, ανείπωτη βία στα χρόνια του Εμφυλίου. Δεν θα ήθελα οι αναγνώστες κλείνοντας το βιβλίο να μείνουν με αυτή την πικρή γεύση. Άφησα λοιπόν μια χαραμάδα ελπίδας στο τέλος, γιατί πραγματικά το πιστεύω πως είναι στο χέρι κάθε ανθρώπου να μη γίνει άθυρμα της ιστορίας και των κοινωνικών περιστάσεων. Ακόμα κι αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις ζωές μας λόγω των συνθηκών, μπορούμε τουλάχιστον να παλέψουμε για αυτό. Εδώ λοιπόν έγκειται το αισιόδοξο μήνυμα, ο καλός οιωνός, το «καλό σημάδι», όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου.

– Από την πρώτη σελίδα του βιβλίου με εντυπωσίασε ο εξαιρετικός τρόπος γραφής σας και ομολογώ ότι τον θαύμασα και τον απόλαυσα. Στο κείμενο χρησιμοποιείτε λέξεις που οι νεότεροι δεν γνωρίζουν αλλά μαθαίνουν μέσα από την ανάγνωση. Πόσο πλούσια είναι η ελληνική μας γλώσσα και πόσο σημαντικό πιστεύετε είναι να γνωρίζει κάποιος να χειρίζεται το ελληνικό λεξιλόγιο, να γράφει κείμενα που προορίζονται να διαβαστούν από αναγνώστες αλλά και από τα παιδιά τους κάποια στιγμή στο μέλλον;

Στο βιβλίο αξιοποιώ σε μεγάλο βαθμό την ντοπιολαλιά της περιοχής, τη μανιάτικη διάλεκτο. Η επιλογή αυτή ήταν συνειδητή, γιατί θεωρώ ότι οι διάλεκτοι είναι ένα σημαντικό πολιτισμικό κεφάλαιο κι αφού πλέον δεν χρησιμοποιούνται στον βαθμό που αυτό συνέβαινε στο παρελθόν, η λογοτεχνία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «κιβωτός» για τη σωτηρία αυτού του γλωσσικού πλούτου. Ομολογώ βέβαια ότι αυτό στάθηκε ένα ιδιαιτέρως δύσκολο εγχείρημα. Ξεκίνησα ανασύροντας γλωσσικές μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια. Χρειάστηκε όμως επιπλέον ψάξιμο για «ξεχασμένες» λέξεις και φυσικά πολύ διάβασμα.

Σε ό,τι αφορά τώρα την ελληνική γλώσσα, δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ με σεβασμό. Κι αυτό όχι γιατί με διακατέχει κάποια εθνικιστική έπαρση, αλλά γιατί για κάθε λογοτέχνη η γλώσσα είναι το βασικό εργαλείο του όπως για τον ζωγράφο είναι τα πινέλα, τα χρώματα και τα καβαλέτα του. Ειδικά η ελληνική γλώσσα όχι μόνο με το λεξιλόγιό της αλλά και με την ευελιξία που σου δίνει στη σύνταξη σε σχέση με τους αυστηρούς κανόνες άλλων γλωσσών (μπορεί για παράδειγμα να προηγηθεί το ρήμα και να ακολουθήσει το υποκείμενο) σου παρέχει αμέτρητες δυνατότητες έκφρασης. Το στοίχημα με τη γλώσσα είναι από τα μεγαλύτερα στοιχήματα για κάθε λογοτέχνη.

– Για να σας μάθουμε καλύτερα θα ήθελα να μας πείτε δύο βιβλία που αγαπάτε πολύ και για ποιον λόγο.

Θα σας αναφέρω δύο βιβλία που βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, αλλά τα αγαπώ εξίσου για τη βαθιά διεισδυτική τους ματιά απέναντι σε μια συγκεκριμένη κάθε φορά κοινωνική πραγματικότητα.

Το πρώτο είναι «Η Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, ένα έργο που θίγει με μοναδικό τρόπο το ζήτημα της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία μέσα από τους φόνους κοριτσιών που διαπράττει η ηρωίδα του, η εξηντάχρονη Φραγκογιαννού. Το θύμα της κοινωνικής καταπίεσης μετατρέπεται σε θύτη με την πίστη ότι δολοφονώντας αθώα κορίτσια απαλλάσσει αυτά και τις οικογένειές τους από μυριάδες βάσανα.

Το άλλο βιβλίο, το «Τι ωραίο πλιάτσικο», σατιρίζει με το μοναδικό καυστικό και εν μέρει αυτοσαρκαστικό χιούμορ του Τζόναθαν Κόου τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της Μάργκαρετ Θάτσερ στην Αγγλία της δεκαετίας του ’80, καθώς και τον τρόπο ζωής της βρετανικής μεγαλοαστικής τάξης.

–  Στο τέλος της συζήτησής μας θα ήθελα να μας πείτε τι είναι η ανάγνωση για εσάς; Ένα ταξίδι ή κάτι περισσότερο;

Ταξίδι, ανοιχτά παράθυρα στον κόσμο, γνώσεις, ευκαιρία για να ζήσεις εκατοντάδες ζωές, απόλαυση, ψυχοθεραπεία. Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμα που οι λέξεις μοιάζουν φτωχές για να τα περιγράψουν.

Σας ευχαριστώ θερμά! ( Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ)

Ελευθερία Κυρίμη γεννήθηκε το 1968. Μεγάλωσε στον Πειραιά όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

    Η θάλασσα στο χιόνι το πρώτο βιβλίο της, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2019.

Περιγραφή βιβλίου

Μια νεαρή δημοσιογράφος φτάνει στον Κόχυλα της μέσα Μάνης, σε ένα παλιό αρχοντικό που λειτουργεί ως πολυτελές ξενοδοχείο. Η ξενάγηση από τους ιδιοκτήτες και οι κουβέντες με τους ντόπιους της γεννούν υποψίες πως κάτι κρύβεται πίσω από την αψεγάδιαστη εικόνα. Προσπαθώντας να ξεμπλέξει το κουβάρι, τα νήματα θα την οδηγήσουν σε διαπλεκόμενους τοπικούς παράγοντες, αριβίστες πολιτικούς, παραστρατιωτικές ομάδες της εποχής του εμφυλίου και έναν νέο άνθρωπο που από τα γεννοφάσκια του κουβαλά το χρέος προς τον αδικοχαμένο παππού του.
Πολλές δεκαετίες πίσω ένα άλλο κορίτσι από την Ισμαηλία της Αιγύπτου, παντρεύεται με προξενιό τον γιο ενός μεγαλέμπορου. Μαζί θα φτιάξουν μια μεγάλη οικογένεια και θα ζήσουν σε ένα αρχοντικό που το δέρνουν τα κύματα.
Δυο νεαρές γυναίκες, δυο διαφορετικές εποχές, ίδιος τόπος. Ανάμεσα στις πέτρες και τα φρύγανα της άνυδρης γης οι πληγές χάσκουν ακόμη ανοιχτές. Θα καταφέρει να τις διακρίνει μια λαβωμένη ματιά; Θα μπορέσει ένα συνηθισμένο επαγγελματικό ταξίδι να γίνει ταξίδι αυτογνωσίας;Κοντοστέκεται στο ύψωμα, όχι πως κουράστηκε, μα να, θέλει να το χορτάσει τέτοιο θέαμα. Μινιατούρες πέτρινων σπιτιών στη σειρά, βουτηγμένες στο γαλάζιο της θάλασσας, στεφανωμένες από τα αγέρωχα βουνά της λακωνικής γης. Από μακριά, μία μία ξεθωριάζουν, μία μία σβήνονται οι ανορθογραφίες από το κάδρο. Κι η πλησμονή της ομορφιάς να της κόβει την ανάσα, σαν να θέλει το χωριό να την περιγελάσει, σαν να θέλει να την εκδικηθεί για τα τόσα πικρόχολα που τόλμησε να του καταλογίσει.