Η νέα «έξοδος» του τουρκικού ερευνητικού σκάφους σε περιοχή εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και οι δηλώσεις αξιωματούχων των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, με αφορμή την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, απέναντι στην επιθετικότητα της Τουρκίας, όπως και την ειρήνη στην περιοχή, δεν μπορούν να τα προστατέψουν οι ιμπεριαλιστές, οι Ευρωατλαντικοί σύμμαχοι της αστικής τάξης. Εκείνοι δηλαδή που «σπρώχνουν» τα επικίνδυνα παζάρια, στρώνουν το τραπέζι των «διευθετήσεων» και προωθούν σχέδια συνεκμετάλλευσης με αμερικανοΝΑΤΟική ομπρέλα.

Οι δηλώσεις και οι κινήσεις των ΑμερικανοΝΑΤΟικών επιβεβαιώνουν όμως και το ποιες είναι οι «σταθερές» στην επιχείρηση «επίλυσης των διαφιλονικούμενων ζητημάτων», όπως οι ίδιοι βαφτίζουν τις απαράδεκτες διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης.

Η δήλωση του γγ του ΝΑΤΟ, ότι «η κατάσταση πρέπει να επιλυθεί σε πνεύμα συμμαχικής αλληλεγγύης», με άξονα δηλαδή τη ΝΑΤΟική συνοχή στην περιοχή απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, δείχνει ξανά τον ΝΑΤΟικό αέρα που πνέει στα πανιά της τουρκικής επιθετικότητας, ώστε με τα ανάλογα ανταλλάγματα να κόψει τα «λοξοκοιτάγματα» προς άλλα κέντρα, να παίξει πιο αποφασιστικό ρόλο ως μέλος του ΝΑΤΟ απέναντι στην Κίνα, στη Ρωσία κ.τ.λ., όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Λιβύης.

Οι επανειλημμένες δηλώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περί «διαφιλονικούμενων υδάτων» και «περιοχών όπου Ελλάδα και Κύπρος διεκδικούν δικαιοδοσία», μαζί με τις «συστάσεις» ότι η εκμετάλλευση των ενεργειακών πόρων θα πρέπει να γίνει «με τρόπο που να ευνοεί τη συνεργασία», δείχνουν πως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα βρίσκονται στο τραπέζι του Προκρούστη και ότι προωθούνται επικίνδυνες διευθετήσεις, ώστε να ξεμπλοκάρουν τα σχέδια αξιοποίησης του ενεργειακού πλούτου από τα μονοπώλια και να διασφαλιστεί η ΝΑΤΟική συνοχή στην περιοχή.

Το ίδιο επαληθεύουν και οι διαβεβαιώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων πως «η ΕΕ έχει δεσμευτεί να βοηθήσει στην επίλυση τέτοιων διαφορών και διαφωνιών σε αυτόν τον τομέα ζωτικού ενδιαφέροντος για την ασφάλεια», παίρνοντας υπόψη και τη νέα ευρωτουρκική συμφωνία που βρίσκεται στα σκαριά, για τη μεταξύ τους οικονομική συνεργασία, μέχρι τη διαχείριση του Προσφυγικού.

Οι ευθύνες της κυβέρνησης, όπως και των άλλων αστικών κομμάτων, που προωθούν τη βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στα αμερικανοΝΑΤΟικά σχέδια και τους ανταγωνισμούς, είναι πολύ μεγάλες. Και γίνονται ακόμα μεγαλύτερες όταν παρουσιάζουν τον λύκο ως πρόβατο και εκείνους που ανάβουν το φιτίλι των επικίνδυνων εξελίξεων, υποθάλποντας και την επιθετικότητα της Τουρκίας, ως «πυροσβέστες».

Στοιχίζονται όλοι στην προσπάθεια να διασφαλιστεί η ΝΑΤΟική συνοχή, καταλογίζοντας μάλιστα στην Τουρκία ότι αυτή «υποσκάπτει τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ», όπου η ελληνική αστική τάξη επιδιώκει να αναβαθμίσει το ρόλο της.

Σε πνεύμα συναίνεσης για τα συμφέροντα της αστικής τάξης, όπως επιβεβαιώθηκε και από τις χτεσινές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον πρωθυπουργό, κυβέρνηση, ΣΥΡΙΖΑ και τα άλλα κόμματα δηλώνουν την ετοιμότητά τους για επικίνδυνες διευθετήσεις, που θα έχουν τη σφραγίδα των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ.

Μάλιστα, μετά τις πρόσφατες συμφωνίες με την Ιταλία και τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο, όπου αναγνωρίζεται μειωμένη επήρεια σε ελληνικά νησιά, δημιουργούνται ακόμα περισσότερα ερωτήματα για το τι συζητιέται παρασκηνιακά, στο πλαίσιο της «λύσης» για συνεκμετάλλευση που διοχετεύεται από τα αμερικανοΝΑΤΟικά κανάλια.

Οι εξελίξεις δείχνουν ξανά πως ο λαός μας δεν έχει τίποτα να περιμένει από τους συμμάχους και τους «εταίρους» της αστικής τάξης. Η πάλη για την ειρήνη, όπως και για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, είναι αναπόσπαστα δεμένη με την πάλη για αποδέσμευση της χώρας από ΝΑΤΟ, ΕΕ και όλες τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, με τον λαό νοικοκύρη στον τόπο του.

Το άρθρο αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Τετάρτης 12 Αυγούστου 2020.